ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ _ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΑ ΤΕΛΕΙΑ, ΠΟΥ ΣΑΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΒΟΛΑ, ΤΟΥ ΧΑΡΙΣΕ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

 

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ

Τη δεύτερη μέρα του Σεπτέμβρη ο εθνικός μας συνθέτης, Μίκης Θεοδωράκης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών. Και τί ζωή! Πληθωρικός, «larger than life», χειμαρρώδης, μια δύναμη της φύσης ασταμάτητη· και βέβαια μια αστείρευτη πηγή δημιουργικότητας, κατάφερε να βιώσει κάθε του στιγμή στον υπερθετικό βαθμό.

 

Όπως ακριβώς κι ο άλλος μεγάλος, ο Μάνος Χατζιδάκις, έτσι κι ο Μίκης, κατάφερε με το έργο του (ενδεικτικό της δύναμης της μουσικής να ξεπερνάει κάθε εμπόδιο) να αγγίξει κάθε Έλληνα: Αυτή η υπέρβαση αποτελεί ένα τεράστιο κατόρθωμα, καθώς σε όλη του τη ζωή υπήρξε βαθύτατα πολιτικοποιημένος- κι όμως, πέρα και πάνω απο πολιτικές προτιμήσεις και ιδεολογίες, κατάφερε να γίνει ένα σύμβολο εθνικής ενότητας.

Η ζωή του

Ήταν Τετάρτη 29 Ιουλίου 1925 όταν ο Γιώργης Θεοδωράκης και η Ασπασία Πουλάκη φέρνουν στη ζωή τον Μιχαήλ (Μίκη) Θεοδωράκη. Γεννημένος στη Χίο, αλλά με καταγωγή από Κρήτη και Μικρά Ασία, ο Μίκης Θεοδωράκης θα περάσει τα περισσότερα παιδικά του χρόνια σε διάφορες πόλεις και νησιά της Ελλάδας, όπως η Μυτιλήνη, η Πάτρα, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, η Σύρος, ο Πύργος και κυρίως η Τρίπολη, αφού ο πατέρας του έπαιρνε συχνά μεταθέσεις ως δημόσιος υπάλληλος. Ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τους γονείς και τον αδερφό του Γιάννη στο πατρικό του σπίτι στον Γαλατά Χανίων.

 

 

Τα χρόνια της κατοχής

Σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, το καλοκαίρι του 1940, ο Μίκης βρίσκεται στην Τρίπολη όπου θα ζήσει τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, μέχρι το 1943. Εκεί θα πάρει τα πρώτα μαθήματα μουσικής αλλά και την απόφαση να αφιερωθεί στη μουσική. Ασχολείται συστηματικά με τη χορωδιακή μουσική και διευθύνει την πρώτη του χορωδία στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Εκεί, στην ίδια εκκλησία θα δώσει την παρθενική του συναυλία, την οποία παρουσιάζει, σε ηλικία 17 ετών, με το έργο “Κασσιανή”, για τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα, βασισμένο φυσικά στον γνωστό εκκλησιαστικό ύμνο «Το τροπάριο της Κασσιανής».

 

 

‘ Ακόμη και την εξορία, όμως,

κατάφερε να τη μετατρέψει

σε τόπο δημιουργίας ‘

 

Σ’ αυτόν τον τόπο, όμως, έκανε και την πρώτη του επανάσταση επιχειρώντας να φύγει κρυφά για το μέτωπο: «“Χωρίς να το πολυσκεφτώ, αποφάσισα να πάω στο μέτωπο. Είχα διαβάσει τις σημειώσεις του πατέρα μου, “Πολεμικαί Σελίδες”, που με τόση υπερηφάνεια διηγούνταν την φυγή του από την Κρήτη – κρυφά από τους δικούς του, για να πάει στο μέτωπο, που, κατά σύμπτωση, και τότε βρισκόταν στην Ήπειρο. Ακολουθώντας το ρεύμα των φαντάρων, πήγα στο σταθμό και μπήκα στο τρένο. Δεν πήρα τίποτα μαζί μου, για να μην κινήσω υποψίες. Την ώρα του φαγητού άνοιξαν όλοι τα μαντήλια με τα τρόφιμα και έγινε ένα κοινό τραπέζι. Από το σταθμό Πελοποννήσου περάσαμε στο Σταθμό Λαρίσης και μόλις προλάβαμε το τρένο για τη Λάρισα. Από κει, οι στρατιώτες με αυτοκίνητα ή και με τα πόδια πήγαιναν στα Γιάννενα, περνώντας από αριστερά, στο Μέτσοβο. Εξαντλημένος από το ταξίδι, κοιμόμουν βαθιά, κουβαριασμένος στον ξύλινο πάγκο του τρένου, όταν με ξύπνησαν. Ήταν χωροφύλακες. Αμέσως κατάλαβα ότι το ταξίδι μου έφθασε στο τέρμα του. Χωρίς πολλές κουβέντες αλλάξαμε τρένα και μπήκαμε στο δρόμο του γυρισμού. Απογοητευμένος και πληγωμένος αρνήθηκα να φάω. Μισούσα τον πατέρα μου και βιαζόμουν να τον δω, να του τα πω και να ξεσπάσω. Με περίμενε στο σταθμό στην Τρίπολη. Δεν είπαμε τίποτα μπροστά σε τρίτους. Βαδίσαμε σιωπηλοί έως το σπίτι μας, όπου η μάνα μου με τον αδελφό μου κρεμάστηκαν πάνω μου, κλαίγοντας και σκούζοντας. Αφού πέρασε η πρώτη μπόρα, τότε μίλησα ήμερα στον πατέρα μου: “Είσαι ψεύτης, γιατί μιλάς για πατριωτισμό και με εμποδίζεις να κάνω κι εγώ το καθήκον μου όπως το ‘κανες κι εσύ”. Δεν βρήκε άλλο επιχείρημα, παρά το ότι αυτός ήταν 16 κι εγώ μόνο 15 χρονών. Ήταν αστείο. Τότε τους δήλωσα ότι δεν έχω θέση στο σπίτι και, όπως ήμουνα, κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα και βγήκα στο δρόμο.[…] Εφυγα από το σπίτι και εντάχθηκα στην Αεράμυνα, γιατί στο μεταξύ άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη οι Ιταλοί».

Δεν άργησε όμως η μέρα που η εφηβική επιθυμία θα γινόταν σκληρή πραγματικότητα. Θα συλληφθεί στην Τρίπολη δύο φορές από τους Ιταλούς, την πρώτη στις 25 Ιουλίου 1942, μετά από μια διαδήλωση στον τάφο του Θ. Κολοκοτρώνη και θα περάσει τρεις μέρες στη φυλακή. Εκεί o Μίκης θα γνωρίσει στελέχη της αντίστασης και θα έλθει για πρώτη φορά σε επαφή με τη μαρξιστική ιδεολογία. Τον ίδιο χρόνο θα φύγει για την Αθήνα για σπουδές στη νομική, όπου θα οργανωθεί στην ΕΠΟΝ για να συνεχίσει από τις γραμμές της τον αντιστασιακό αγώνα. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Τον επόμενο χρόνο, το 1943, συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς στη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου και βασανίζεται.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τους γονείς και τον αδερφό του Γιάννη στο πατρικό του σπίτι στον Γαλατά Χανίων

 

Ο εμφύλιος

Μετά την απελευθέρωση και το ξέσπασμα του εμφυλίου ο Θεοδωράκης λόγω των προοδευτικών του ιδεών θα διωχθεί από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση. Τελικά, συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία αρχικά στην Ικαρία και στη συνέχεια στη Μακρόνησο. Ακόμη και την εξορία, όμως, κατάφερε να τη μετατρέψει σε τόπο δημιουργίας: «Μια βραδιά στην Ικαρία πρότεινα στο θάλαμο να γράψουμε όλοι μαζί ένα τραγούδι. Λέω τον πρώτο στίχο, για να κινήσω τη μηχανή: “Θάλασσες μάς ζώνουν”, “κύματα μάς κλειούν”, λέει ένας άλλος. Ο καθένας έβρισκε κι ένα στίχο και στο τέλος διαλέγαμε τον καλύτερο. “Σ’ άγριους βράχους πάνω τα νιάτα μας φρουρούν/στείλαν του λαού μας/ τ΄ άξια τα παιδιά/ για να τα λυγίσουν σε δεσμά βαριά”. Την άλλη μέρα πήρα τους στίχους και πήγα στο βράχο. Το βράδυ τούς τραγούδησα το νέο μας τραγούδι. Το μάθαμε τόσο ωραία – με τριφωνίες – που βγήκαμε στην αυλή που δέσποζε πάνω απ’ τη χαράδρα και το τραγουδούσαμε δυνατά, να μάς ακούσουν κι οι άλλοι. Το μεσημέρι στο καφενείο μάς ρωτούσαν: “Τί είναι αυτό που τραγουδούσατε μες στη νύχτα;”. Το ίδιο βράδυ, μετά το συσσίτιο, το είπαμε στην ομάδα. ‘Έτσι γράφτηκε και τραγουδήθηκε “Το Τραγούδι της Εξορίας”. Έγραψα τότε κι άλλα δύο τραγουδάκια. Το ένα για το άρθρο δέκα, που μάς διατάζει “να μην έχουμε γυναίκα”, και το άλλο για τους “τρεις αρραβωνιασμένους στην Ικαρία” σε ρυθμό καλαματιανό, που το χορεύαμε στις μουσικοχορευτικές μας εσπερίδες».

 

Άξιον εστί

Το 1949 βρίσκει τον Μίκη Θεοδωράκη στα Χανιά να αναρρώνει από τις κακουχίες της εξορίας και τα βασανιστήρια. Ένα χρόνο αργότερα θα αποφοιτήσει από το Ωδείο Αθηνών και θα πάει στην Αλεξανδρούπολη για να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Το 1954 παίρνει υποτροφία και φεύγει για σπουδές στο Παρίσι. Ασχολείται εντατικά με την κλασική μουσική, συνθέτει έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου, γράφει μουσική για μπαλέτο αλλά και για τον κινηματογράφο. Η επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1960, θα σημάνει την έναρξη του κύκλου των κορυφαίων έργων του, καθώς θα ηχογραφήσει, μέσα σε τέσσερα χρόνια, τον «Επιτάφιο» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και το «Άξιον Εστί» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Το 1964 το όνομά του θα ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα από τη μουσική του για την ταινία «Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη.

   Στο δώμα του σπιτιού του στη οδό Επιφάνους

 

‘ …γίνεται πρεσβευτής της ειρήνης

και παγκόσμιος κήρυκας της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

συνδυάζοντας στα πολυάριθμα ταξίδια του

τη μουσική με τα ανθρωπιστικά – κοινωνικά μηνύματα ‘

 

 

 

Η χούντα

Στα χρόνια της δικτατορίας πρωτοστατεί στον αγώνα ενάντια στη Χούντα των Συνταγματαρχών, συλλαμβάνεται, μπαίνει στην απομόνωση, εξορίζεται μαζί με όλη του την οικογένεια στη Ζάτουνα της Αρκαδίας ενώ περνά και από το στρατόπεδο του Ωρωπού. Όλο αυτό το διάστημα φροντίζει να φθάνουν τα τραγούδια του στο εξωτερικό και κυρίως στο Παρίσι όπου θα βρεθεί και ο ίδιος αργότερα το 1970 για να δώσει από εκεί πλέον τον αγώνα για την ελευθερία. Το 1974 επιστρέφει πανηγυρικά στην πατρίδα και αναπτύσσει έντονη συναυλιακή δραστηριότητα στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Δεν εγκαταλείπει ωστόσο την ενασχόλησή του με τα κοινά. Σημαντική χρονιά για εκείνον ήταν το 1983 που του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν.

Παράλληλα, γίνεται πρεσβευτής της ειρήνης και παγκόσμιος κήρυκας της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνδυάζοντας στα πολυάριθμα ταξίδια του τη μουσική με τα ανθρωπιστικά – κοινωνικά μηνύματα. Κορυφαία στιγμή, η παρουσίαση του έργου του «Μαουτχάουζεν», με ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη, το 1994, στο Όσλο όπου υπεγράφη η ιστορική συμφωνία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων.

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε επιλέξει να δίνει το δυναμικό «παρών» σε όλα τα μεγάλα γεγονότα τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού: πυρηνική καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, ελληνοτουρκικές σχέσεις, Παλαιστινιακό, βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία, πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, υπόθεση Οτσαλάν κ.ά.

 

Η ανάγκη του για ενεργή συμμετοχή στα κοινά προβλήματα, τα σημαντικά εθνικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα υπήρξε άσβεστη μέχρι το τέλος της ζωής του. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια, που η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε πολλές δημόσιες εμφανίσεις, φρόντιζε να περνά τα μηνύματά του και να σχολιάζει τα σημαντικά γεγονότα μέσα από τα μακροσκελή και αιχμηρότατα κείμενά του. Συνδετικός άξονας ανάμεσα σε όλα αυτά τα κείμενα, η δική του προσωπική αρχή και ταυτόχρονα η διαχρονική συμβουλή του προς όλους τους συμπατριώτες του και κυρίως προς τους νέους: «Να κάνετε αυτό που δεν μπορείτε. Να κατακτήσετε το αδύνατο»!

 

Το τελευταίο “αντίο”

Υπό βροχή και με έναν καταιγισμό χειροκροτημάτων -φωνάζοντας «αθάνατος»- πλήθος κόσμου αποχαιρέτησε έξω από τη Μητρόπολη Αθηνών τον Μίκη Θεοδωράκη. Η σορός του ξεκίνησε το ταξίδι μέχρι την Κρήτη, όπου μεταφέρθηκε στην τελευταία του κατοικία, στον Γαλατά Χανίων. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο του χωριού, όπως εκείνος επιθυμούσε για να βρίσκεται δίπλα στον πατέρα του και τον αδελφό του.

Την ώρα που μεταφερόταν το φέρετρο με τη σορό του κορυφαίου δημιουργού έξω από το ναό, στα σκαλοπάτια βρίσκονταν η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας.

 

Νωρίτερα, σε χειροκροτήματα ξέσπασε το πλήθος κατά τη διάρκεια της εκφώνησης του επικήδειου από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, η οποία φανερά συγκινημένη μεταξύ άλλων τόνισε πως «σήμερα αποχαιρετάμε τον Μίκη Θεοδωράκη, όλες οι ηλικίες, όλες οι γενεές» και τον χαρακτήρισε «σύμβολο και παράδειγμα» και «παιδαγωγό του έθνους».

‘ Υπό βροχή και με έναν καταιγισμό χειροκροτημάτων

-φωνάζοντας «αθάνατος»- πλήθος κόσμου

αποχαιρέτησε έξω από τη Μητρόπολη Αθηνών

τον Μίκη Θεοδωράκη. ‘

 

Άξιος εστί!

Αντί επιλόγου, παραθέτουμε την αυτοβιογραφική αφήγηση του ίδιου του μεγάλου δημιουργού για τα παιδικά χρόνια στη Μυτιλήνη:

«Ηταν πραγματικά μία ζωή παραδεισένια, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δούλευαν το πρωί, από το μεσημέρι, όμως, ήταν στη θάλασσα, και μετά κοιμόμαστε όλοι στρωματσάδα. Ξυπνάγαμε, πηγαίναμε εκδρομές, – ήταν ένας φάρος εκεί κοντά – και το βράδυ πάλι φαΐ και χορός μέχρι αργά… Τότε διασκεδάζαμε πραγματικά. Και ένα άλλο πράγμα που ήταν πολύ σημαντικό για μένα ήταν το ότι το βράδυ κοιμόμαστε στρωματσάδα έξω, κοντά στη θάλασσα. Γι’ αυτό ξυπνάγαμε το πρωί και πηγαίναμε κατευθείαν στη θάλασσα, όλοι μαζί, περίπου τριάντα άνθρωποι. Εκεί κοντά στη θάλασσα, ο πατέρας μου, το βράδυ, όταν ήταν έναστρος ο ουρανός, άρχιζε να μου μιλάει για τα ουράνια σώματα. Τα ήξερε κάπως, μπορούσε να τα διακρίνει… Θυμάμαι, μου έλεγε: «Αυτός είναι ο Σείριος, εκεί είναι η Αφροδίτη»… Αυτά με εντυπωσίαζαν πάρα πολύ και, αν κατέληξα κάποτε στο νόμο της Παγκόσμιας Aρμονίας, είναι γιατί τότε με εντυπωσίασε αυτό. Φαίνεται στην παιδική ψυχή έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο…»