ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ 5 ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ  | Μύκονος, με όλες τις αισθήσεις 

 

Πέντε πόρτες, ένας άνεμος και η άλλη όψη ενός νησιού που έχουμε δει χίλιες φορές χωρίς ποτέ να το συναντήσουμε 

 

Όλοι ξέρουν πώς μοιάζει η Μύκονος. 

Λευκοί κύβοι επάνω στην άνυδρη γη. Μπλε παντζούρια. Μπουκαμβίλιες που ξεχειλίζουν από μικρές αυλές. Ανεμόμυλοι στραμμένοι προς το πέλαγος. Τραπέζια πάνω στην άμμο, φωτισμένες αφίξεις, μουσικές που συνεχίζονται μέχρι το πρωί και ένα φως τόσο καθαρό, ώστε μερικές φορές μοιάζει σχεδόν σκηνοθετημένο. 

Την έχουμε δει παντού. Σε καρτ ποστάλ, οθόνες, αφίσες, καμπάνιες και βίντεο λίγων δευτερολέπτων. Την έχουμε καταναλώσει πριν ακόμη την επισκεφθούμε. Κι ίσως ακριβώς γι’ αυτό, όταν φτάνουμε, κινδυνεύουμε να μη τη συναντήσουμε ποτέ πραγματικά. 

Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο όσα βλέπουμε. Είναι η θερμοκρασία του αέρα τη στιγμή που ανοίγει η πόρτα του πλοίου. Η μυρωδιά που περνά μέσα από ένα στενό και χάνεται πριν καταλάβουμε από πού ήρθε. Ο ήχος ενός παντζουριού που χτυπά στον άνεμο. Η ζεστή πέτρα κάτω από την παλάμη. Το αλάτι που στεγνώνει στα χείλη. Μια γεύση που μένει στα δάχτυλα και επιστρέφει μήνες αργότερα, σε μια εντελώς άσχετη στιγμή. 

Στους Προορισμούς 5 Αισθήσεων, δεν αναζητούμε μόνο όσα αξίζει να δει κανείς. Αναζητούμε όσα αξίζει να νιώσει. Η όραση, η αφή, η όσφρηση, η γεύση και η ακοή γίνονται πέντε διαφορετικές πόρτες προς τον ίδιο τόπο. 

Και στη Μύκονο όλες ανοίγουν με τον άνεμο. 

Το μελτέμι δεν είναι απλώς καιρικό φαινόμενο. Είναι ο αόρατος αρχιτέκτονας του νησιού. Χαμήλωσε τα σπίτια, έγειρε τα δέντρα, σήκωσε τοίχους γύρω από τις αυλές, κίνησε για αιώνες τα πανιά των μύλων και στέγνωσε το κρέας που έγινε λούζα. Όσα πρόκειται να δεις, να αγγίξεις, να μυρίσεις, να γευτείς και να ακούσεις, κάπου τα έχει αγγίξει εκείνος πρώτος. 

Ας τον ακολουθήσουμε. 

 

ΟΡΑΣΗ

Η γεωμετρία του λευκού 

Ξεκίνα νωρίς. 

Όχι για τη φωτογραφία, αλλά για το φως. Πριν από τις οκτώ, η Χώρα δεν έχει ακόμη φορέσει τον δημόσιο εαυτό της. Τα σοκάκια ανήκουν σε μια γάτα που τεντώνεται επάνω σε ένα σκαλοπάτι, σε έναν άνθρωπο που πλένει το κατώφλι του, σε έναν μανάβη που κατεβάζει τελάρα, σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που ανοίγει τα παντζούρια. 

Η Χώρα αυτή την ώρα δεν είναι σκηνικό. Είναι γειτονιά. 

Το πρωινό φως δεν χτυπά ακόμη. Ακουμπά. Οι σκιές των μπαλκονιών σχεδιάζουν μπλε γραμμές επάνω στον ασβέστη. Τα ξύλινα παράθυρα μοιάζουν βαθύτερα. Η μπουκαμβίλια εισβάλλει στο λευκό με ένα φούξια τόσο έντονο, που σχεδόν ακούγεται. 

Σταμάτα στο Soulmates, στην Αγίας Κυριακής, για τον πρώτο καφέ. Το παγωμένο ποτήρι υγραίνεται ανάμεσα στα δάχτυλα, ενώ γύρω σου η πόλη ξυπνά χωρίς βιασύνη. Κάποιος ξεκινά τη μέρα του. Κάποιος άλλος επιστρέφει από τη νύχτα. Η Μύκονος συναντά τον εαυτό της κάπου ανάμεσα στην τελευταία μουσική και στον πρώτο φρέντο. 

Το λευκό εδώ δεν είναι απλώς αισθητική. Είναι επανάληψη και φροντίδα. Κάθε

χρόνο οι επιφάνειες ξανασπρίζουν, τα σκαλοπάτια καθαρίζονται, οι γραμμές ανάμεσα στις πλάκες σχεδιάζονται ξανά στο χέρι. Περπατάς μέσα σε έναν λαβύρινθο που αρνείται να σου εξηγήσει τη λογική του. Τα στενά στρίβουν, διχάζονται, στενεύουν και σε επιστρέφουν πίσω. 

Σήμερα χάνεσαι εσύ. 

Και είναι το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί. 

Από τη Χώρα, άφησε τα πόδια σου να σε οδηγήσουν προς τους Κάτω Μύλους. Σήμερα μοιάζουν με αψεγάδιαστα σύμβολα του Αιγαίου. Κάποτε, όμως, ήταν μηχανές επιβίωσης. Το μελτέμι κινούσε τα πανιά τους, οι μυλόπετρες άλεθαν στάρι και κριθάρι, και το αλεύρι γινόταν παξιμάδι που μπορούσε να αντέξει μήνες στα αμπάρια των πλοίων. 

 

Κοιτάζοντάς τους στο πρωινό φως, δεν βλέπεις πια ένα τουριστικό έμβλημα. Βλέπεις μια κοινωνία που έμαθε να μετατρέπει τον άνεμο σε τροφή. 

Χαμηλότερα, η Αλευκάντρα, η Μικρή Βενετία, μοιάζει να πατά με το ένα πόδι στη στεριά και με το άλλο στο νερό. Τα ξύλινα μπαλκόνια κρέμονται πάνω από τα κύματα. Το φως αντανακλάται στη θάλασσα και ανεβαίνει στις προσόψεις, δημιουργώντας μια αργή, υδάτινη κίνηση. 

Λίγο πιο πέρα βρίσκεται η Παναγία η Παραπορτιανή. Πέντε μικρά εκκλησάκια ενώθηκαν μέσα στον χρόνο και έγιναν ένας ενιαίος λευκός όγκος, χωρίς αυστηρές γραμμές, σχεδόν χωρίς γωνίες. Μοιάζει περισσότερο με γλυπτό που δημιούργησαν ο ασβέστης, ο αέρας και τα χρόνια. 

Από εκεί, αν κοιτάξεις δυτικά, θα δεις τη χαμηλή γραμμή της Δήλου. 

Η μετάβαση στο ιερό νησί είναι μετάβαση χρόνου. Καθώς το καΐκι απομακρύνεται από τη Μύκονο, η Χώρα μικραίνει πίσω σου. Στη Δήλο δεν υπάρχουν σύγχρονες πόλεις, beach bars ή φωτισμένες βιτρίνες. Υπάρχει μάρμαρο, αρχαίες κατοικίες, κολόνες και ένα φως σχεδόν αμείλικτο. 

Επιστρέφοντας στη Μύκονο, το νησί μοιάζει διαφορετικό. 

Όχι επειδή άλλαξε η εικόνα του. 

Επειδή άλλαξε το βλέμμα σου. 

 

ΑΦΗ

Το χάδι και το σπρώξιμο του ανέμου 

Θα το νιώσεις πριν το καταλάβεις. 

Προς το μεσημέρι, ο αέρας δυναμώνει. Μπαίνει στα σοκάκια, σηκώνει τις τέντες, ανακατεύει τα μαλλιά και τραβά το ύφασμα από το σώμα. Σου κλέβει λίγη από τη θερμότητα του ήλιου και αφήνει επάνω σου την αίσθηση ότι ο τόπος σε άγγιξε. 

Το μελτέμι είναι χάδι και σπρώξιμο μαζί. Δεν σου επιτρέπει να παραμείνεις απολύτως τακτοποιημένος. Σου χαλά την εικόνα και σε αναγκάζει να προσαρμοστείς. 

Άγγιξε έναν ασβεστωμένο τοίχο. Η επιφάνειά του είναι τραχιά και ζεστή, με τις αλλεπάλληλες στρώσεις του ασβέστη να δημιουργούν μικρές ρωγμές. Άγγιξε ένα ξύλινο παντζούρι. Το χρώμα του έχει στεγνώσει και σκάσει από το φως, το αλάτι και τον αέρα. 

Περπάτησε επάνω στις πλάκες της Χώρας. Το πρωί είναι δροσερές. Το μεσημέρι θερμαίνονται. Το βράδυ κρατούν ακόμη μέσα τους τη ζέστη της ημέρας και την επιστρέφουν αργά στα πέλματα. 

Για να νιώσεις, όμως, τη Μύκονο στο σώμα σου, πρέπει να κινηθείς βόρεια. 

Στον Φωκό, στη Φτελιά και στον Πάνορμο, το τοπίο γίνεται πιο αυστηρό. Χωματόδρομοι, αρμυρίκια γερμένα προς μία κατεύθυνση, βράχοι σμιλεμένοι από τον αέρα. Εδώ η θάλασσα δεν απλώνεται απλώς μπροστά σου. Κινείται. 

Το κύμα σκάει δυνατότερα. Ο αέρας πιέζει το σώμα. Το αλάτι στεγνώνει επάνω στο δέρμα σαν δεύτερη επιδερμίδα. Η Μύκονος αυτής της πλευράς δεν ενδιαφέρεται να σου φανεί εύκολη. 

Μπες στο νερό. 

Η πρώτη επαφή με το δροσερό Αιγαίο κόβει για μια στιγμή την αναπνοή. Το σώμα αντιστέκεται και ύστερα παραδίδεται. Βγαίνεις ξανά στην επιφάνεια με το δέρμα τεντωμένο και το μυαλό καθαρό. 

Στον Άγιο Σώστη, η αφή είναι η ίδια η γύμνια της εμπειρίας. Ζεστή άμμος. Δροσερό νερό. Ήλιος στους ώμους. Αέρας στο πρόσωπο. 

Πάνω από την παραλία, στην Kikis Tavern, η αναμονή γίνεται μέρος του γεύματος. Στέκεσαι με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, μυρίζεις τα κάρβουνα και περιμένεις τη σειρά σου χωρίς τη δυνατότητα να επιταχύνεις τον χρόνο. 

Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι η Μύκονος δεν ανταμείβει πάντα εκείνον που απαιτεί. 

Συχνά ανταμείβει εκείνον που περιμένει. 

 

 ΟΣΦΡΗΣΗ 

Αλάτι, γιασεμί και ψημένο κριθάρι 

Κλείσε τα μάτια σε ένα στενό της Χώρας αργά το απόγευμα. 

Ο αέρας θα σου διηγηθεί ολόκληρη τη μέρα. 

Στη βάση όλων βρίσκεται το αλάτι. Η θάλασσα είναι παντού, ακόμη κι όταν δεν τη βλέπεις. Μπαίνει στα σοκάκια, μένει στα μαλλιά και στεγνώνει στα ρούχα. 

Πάνω από την αρμύρα εμφανίζονται άλλες μυρωδιές. Γιασεμί από μια αυλή. Ζεστή πέτρα. Ασβέστης ψημένος από τον ήλιο. Αντηλιακό. Καφές που αλέθεται πίσω από έναν πάγκο. Εσπεριδοειδή που πιέζονται μέσα σε ένα ποτήρι. 

Το πρωί, κοντά στο παλιό λιμάνι, ο αέρας μυρίζει αλλιώς. Φρέσκο ψάρι, πάγο, σκοινί, υγρό ξύλο και πετρέλαιο από τις μηχανές των σκαφών. 

Είναι η μυρωδιά της δουλειάς, όχι των διακοπών. 

Απομακρύνσου από τη Χώρα και η μύτη σου θα αντιληφθεί πρώτη την αλλαγή. Η γη γίνεται πιο ξηρή και η βλάστηση χαμηλώνει. Θυμάρι, ρίγανη, θρούμπι και φασκόμηλο απελευθερώνουν τα έλαιά τους όταν τα αγγίζει το πόδι ή τα πιέζει ο αέρας. 

Αυτή είναι η γεύση της Μυκόνου πριν φτάσει στο πιάτο. 

Στην Άνω Μερά, στις Ρίζες, η γη παύει να είναι αφηρημένη έννοια. Μυρίζει χώμα, ζώα, ξύλο, ψωμί, τυρί και λαχανικά. Στο Mykonos Vioma Organic Farm, τα αμπέλια αναπτύσσονται χαμηλά, σχεδόν γονατισμένα, για να προστατευθούν από τον άνεμο. Ο ήλιος, η ξηρασία και η γη συμμετέχουν στο κρασί πριν ακόμη φτάσει στο ποτήρι. 

Κάπου μέσα στη μέρα θα σε βρει η μυρωδιά του ψωμιού. Ίσως περνώντας από τον ιστορικό φούρνο του Γιώρα. Η μαγιά, η κόρα και το ψημένο κριθάρι σε επιστρέφουν στους ανεμόμυλους και στο παξιμάδι που δημιουργήθηκε για να ταξιδεύει και να αντέχει. 

Υπάρχει και ένα πιο τρυφερό άρωμα. 

Ροδόνερο και αμύγδαλο. 

Τα μυκονιάτικα αμυγδαλωτά σε πλησιάζουν πριν τα δοκιμάσεις. Η ψημένη επιφάνειά τους σπάει ελαφρά, ενώ η καρδιά τους παραμένει μαλακή. Το άρωμά τους κουβαλά κάτι από γάμο, πανηγύρι και οικογενειακό κέρασμα. 

Όταν πέσει ο ήλιος, το κάρβουνο μπαίνει στο μείγμα. Καπνός, ψάρι, λεμόνι και ρίγανη ανακοινώνουν ότι η ημέρα μετακινείται προς το τραπέζι. 

Και χρόνια αργότερα, ένα τυχαίο γιασεμί ή η μυρωδιά του ζεστού ψωμιού μπορεί να σε επιστρέψει εδώ μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. 

 

ΓΕΥΣΗ

Ο άνεμος στο στόμα 

Η μυκονιάτικη κουζίνα δεν γεννήθηκε από την αφθονία.

Γεννήθηκε από την ανάγκη. 

Σε ένα ξερό, ανεμοδαρμένο νησί, οι άνθρωποι έμαθαν να αλατίζουν, να στεγνώνουν, να ζυμώνουν και να συμπυκνώνουν τη γεύση. Έμαθαν να βγάζουν ένταση από τα λίγα. 

Στο κέντρο αυτής της κουζίνας βρίσκεται η κοπανιστή. Ένα μαλακό τυρί με αψιά, πιπεράτη, σχεδόν επιθετική γεύση. Απλωμένη επάνω σε ζεστό ψωμί, με λίγο ελαιόλαδο, λέει περισσότερα για τη Μύκονο από όσα θα μπορούσε να πει ένας ολόκληρος κατάλογος. 

Βάλε την επάνω σε κρίθινο παξιμάδι, πρόσθεσε ώριμη ντομάτα, κάππαρη, ρίγανη και λάδι. 

Αυτή είναι η μόστρα. 

Το κριθάρι που άλεσε ο άνεμος. Το γάλα των ζώων που βόσκησαν στα ξερά αρωματικά χόρτα. Η ντομάτα που ωρίμασε κάτω από τον κυκλαδίτικο ήλιο. Η κάππαρη που κρατά μέσα της αλάτι και οξύτητα. 

Πρώτα ακούς το παξιμάδι να σπάει. Έπειτα έρχεται η υγρασία της ντομάτας. Μετά η λιπαρότητα της κοπανιστής και η αιχμηρή αλμύρα της κάππαρης. 

Μία μπουκιά, ολόκληρο το νησί. 

Και έπειτα, η λούζα. 

Ο αέρας που σε δρόσιζε στην παραλία γίνεται γεύση. Το χοιρινό αλατίζεται, αρωματίζεται και αφήνεται να στεγνώσει αργά. Το μελτέμι δεν είναι απλώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται. Είναι συστατικό της. 

Στο Μαέρειο, στη Χώρα, η γεύση επιστρέφει στην οικειότητα του σπιτικού τραπεζιού. Ρώτησε τι μαγειρεύτηκε σήμερα και άκουσε την απάντηση. Η τοπική κουζίνα εξαρτάται από όσα βρέθηκαν, όσα ψαρεύτηκαν και όσα αποφάσισε να μαγειρέψει η κουζίνα εκείνο το πρωί. 

Ο μεζές φτάνει στο κέντρο. Λούζα, κοπανιστή, μόστρα, σαλάτες, ψάρι, κρέας και ψωμί. Τα χέρια απλώνονται. Κάποιος κόβει. Κάποιος γεμίζει τα ποτήρια. Η κουβέντα διακόπτεται από γέλια. 

Στη Μύκονο, όταν το φαγητό είναι αληθινό, δεν είναι καύσιμο. 

Είναι τρόπος μέτρησης του χρόνου.

Στις Ρίζες, η απόσταση ανάμεσα στην παραγωγή και στο πιάτο μικραίνει. Βλέπεις τη γη, μυρίζεις το χώμα, ακούς τα ζώα. Καταλαβαίνεις ότι η λέξη «τοπικό» δεν είναι αφήγημα, αλλά γεωγραφική πραγματικότητα. 

Η ίδια γη μπορεί, όμως, να μιλήσει και διαφορετική γλώσσα. Στο Nōema, η κυκλαδίτικη πρώτη ύλη περνά μέσα από σύγχρονες τεχνικές. Το χταπόδι, τα βότανα, το χαρούπι, ο ταραμάς, το κρέας και τα κρασιά των νησιών δεν εγκαταλείπουν την καταγωγή τους. Αποκτούν διαφορετική σύνταξη. 

Η ουσία της δημιουργικής κουζίνας δεν είναι να μεταμφιέσει την παράδοση. 

Είναι να την ακούσει προσεκτικά. 

Η καλή Μύκονος δεν σου ζητά να επιλέξεις ανάμεσα στην ταβέρνα και στον chef. Σου ζητά να καταλάβεις ότι και οι δύο, όταν είναι ειλικρινείς, μιλούν για τον ίδιο τόπο. 

Κλείσε με ένα αμυγδαλωτό, μια μελόπιτα ή λίγο γιαούρτι με σύκα. 

Όταν φύγεις, μπορεί να μη θυμάσαι την ακριβή θέα από το τραπέζι. Θα θυμάσαι, όμως, την πιπεράτη κοπανιστή, το τραγανό παξιμάδι, το καπνισμένο ψάρι και τη λούζα που κουβαλούσε μέσα της τον βοριά. 

 

ΑΚΟΗ

Καμπάνες, άνεμος και μπάσο 

Άκου πρώτα αυτό που συνήθως αγνοούμε. 

Τη σιωπή κάτω από τον θόρυβο. 

Νωρίς το πρωί, η Χώρα έχει έναν ήχο δικό της. Το σφύριγμα του ανέμου που στρίβει στις γωνίες. Ένα παντζούρι που χτυπά. Το νερό κάτω από τη Μικρή Βενετία. Τα βήματα επάνω στις πλάκες. 

Ύστερα το νησί ξυπνά. Μεταλλικά ρολά ανεβαίνουν. Ποτήρια τοποθετούνται στα τραπέζια. Στο παλιό λιμάνι, τα σχοινιά χτυπούν στα κατάρτια και δημιουργούν έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Οι μηχανές των καϊκιών ξεκινούν. 

Το μεσημέρι ο ήχος αραιώνει. 

Στον Φωκό η θάλασσα ακούγεται βαθύτερη. Στη Φτελιά ο άνεμος περνά μέσα από το κύμα. Στον Άγιο Σώστη το νερό φτάνει στην ακτή με επαναλαμβανόμενη απαλότητα. 

Άφησε τη μουσική κλειστή. 

Το τοπίο έχει δικό του ρεπερτόριο. 

Κάποια στιγμή ακούγονται οι καμπάνες. Στην Άνω Μερά, μπροστά στην Παναγία Τουρλιανή, ο ήχος του εσπερινού συναντά έναν διαφορετικό ρυθμό ζωής. Οι ηλικιωμένοι κάθονται στα τραπέζια. Τα παιδιά κινούνται στην πλατεία. Ο τόπος συνεχίζει την καθημερινότητά του, αδιάφορος για όσα συμβαίνουν λίγα χιλιόμετρα μακριά. 

Ύστερα, το απόγευμα αρχίζει να αποκτά παλμό. 

Στο Soulmates, ο καφές μπορεί να δώσει τη θέση του σε ένα spritz και ο ήχος του πρωινού να μεταμορφωθεί σε βινύλιο. Η νύχτα δεν αρχίζει ξαφνικά. Πυκνώνει. 

Στα σοκάκια, μουσικές ξεχύνονται από ανοιχτές πόρτες. Τα τακούνια χτυπούν επάνω στις πλάκες. Μια παρέα γελά. Κάπου ακούγεται ένα μπουζούκι. Πιο πέρα, ηλεκτρονικός ήχος. 

Όταν η νύχτα ωριμάσει, ανέβα στη Moni. 

Ο χώρος είναι μικρός, συμπυκνωμένος και σχεδόν ιδιωτικός. Οι πέτρινοι τοίχοι κρατούν τον ήχο. Το μπάσο περνά από το πάτωμα στα πόδια και από εκεί σε ολόκληρο το σώμα. Ο ντόπιος και ο ξένος χορεύουν δίπλα δίπλα. Οι διαφορές τους διαλύονται μέσα στον ρυθμό. 

Κάποια στιγμή βγαίνεις έξω. 

Ο ουρανός ανοίγει. Το μαύρο γίνεται βαθύ μπλε. Οι τοίχοι ξαναβρίσκουν το λευκό τους. Μια καμπάνα χτυπά. Κάποιος σηκώνει ένα ρολό. Ο πρώτος καφές αλέθεται. 

Ο άνεμος συνεχίζει. 

Ο κύκλος έχει κλείσει. 

 

 

 

Το νησί που μένει όταν σβήσουν τα φώτα 

Όταν φύγεις από τη Μύκονο, πιθανότατα δεν θα θυμάσαι κάθε μέρος στο οποίο πήγες. 

Τα λευκά σπίτια θα ενωθούν σε ένα συνεχές φως. Τα ηλιοβασιλέματα θα γίνουν μία χρυσή γραμμή. Τα ονόματα των δρόμων και των παραλιών θα χάσουν σταδιακά την ακρίβειά τους. 

Θα θυμάσαι, όμως, την αίσθηση. 

Τον αέρα που δεν σταματούσε. Την πρώτη επαφή με το κρύο νερό. Τη ζέστη της πέτρας. Το γιασεμί μέσα στην αρμύρα. Την κοπανιστή πάνω στο παξιμάδι. Τη λούζα που κουβαλούσε τον βοριά. Την καμπάνα που πέρασε πάνω από το μπάσο. 

Ίσως θυμάσαι μια στιγμή τόσο μικρή, που δεν σκέφτηκες καν να τη φωτογραφίσεις. 

Ένα χέρι επάνω σε έναν ζεστό τοίχο. 

Μια γουλιά κρασί καθώς χαμήλωνε ο ήλιος. 

Ένα πρωινό στενό άδειο από κόσμο. 

Αυτή είναι η άλλη Μύκονος. Όχι μια μυστική εκδοχή που ανήκει μόνο στους μυημένους. Είναι η ίδια Μύκονος που ήταν πάντα εκεί, κάτω από τη φωτογραφία και πίσω από τη βιτρίνα. 

Περίμενε απλώς να σταματήσεις να την κοιτάζεις ως εικόνα και να αρχίσεις να την προσέχεις ως τόπο. 

Γιατί ένας τόπος δεν σου ανήκει επειδή τον είδες. 

Σου ανήκει όταν μπει μέσα σου. 

Και η Μύκονος, αν της το επιτρέψεις, θα μπει από πέντε πόρτες ταυτόχρονα. 

Μέσα από το φως. 
Μέσα από το αλάτι. 
Μέσα από τον άνεμο. 
Μέσα από τη γεύση. 
Μέσα από τον ήχο. 

Η Ελλάδα, όπως τη νιώθεις πραγματικά.