Πνευματική Ευωδία | Συνέντευξη Αρχιερατικό Επίτροπο Μυκόνου και Δήλου Πρωτοπρεσβύτερο Πέτρο Μαραγκό

 Συνέντευξη στην Λίλιαν Ψύλλα

 

 

Η Μύκονος είναι παγκοσμίως γνωστή για την κοσμοπολίτικη ζωή της, τα φωτεινά ηλιοβασιλέματα και την ακατάπαυστη ενέργειά της. Λίγοι όμως γνωρίζουν την άλλη, πιο σιωπηλή πλευρά του νησιού – μια πλευρά που αναδύεται μέσα από τα ασβεστωμένα στενά της χώρας, τα τρεμοσβήνοντα καντήλια των εκκλησιών και την ευωδιά του λιβανιού που απλώνεται στον πρωινό αέρα.

Για να εξερευνήσουμε αυτή την πνευματική διάσταση της Μυκόνου, συναντήθηκα με τον Πρωτοπρεσβύτερο Πέτρο Μαραγκό, Αρχιερατικό Επίτροπο Μυκόνου και Δήλου, έναν άνθρωπο που υπηρετεί το νησί επί τριάντα πέντε χρόνια και γνωρίζει καλύτερα από κανέναν την καρδιά της μυκονιάτικης παράδοσης. Μέσα στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Ζωοδόχου Πηγής – ή της Μεγάλης Παναγιάς, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι – ο Πατέρας Πέτρος μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις του για τη συνύπαρξη του ιερού με το κοσμικό, την αδιάρρηκτη σχέση των Μυκονιατών με την πίστη τους, και εκείνη τη μοναδική στιγμή σιωπής που προσφέρει το νησί σε όποιον την αναζητά.

Η άγνωστη πνευματική πλευρά της Μυκόνου

Λίλιαν Ψύλλα: Η Μύκονος είναι παγκοσμίως γνωστή για την έντονη κοσμοπολίτικη ζωή της. Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο σιωπηλή πλευρά του νησιού. Πώς θα την περιγράφατε σε κάποιον που την αγνοεί πλήρως;

Πατέρας Πέτρος Μαραγκός: Η Μύκονος έχει ένα άλλο πρόσωπο, ένα πνευματικό πρόσωπο, το πρόσωπο της παράδοσης, το οποίο όχι απλά είναι όμορφο – στα μάτια πολλών είναι πρωτόγνωρο. Ερχόμενος ο επισκέπτης στην μονάκριβη και πολύτιμη θυγατέρα της Δήλου, τη Μύκονο, σίγουρα δεν θα περίμενε να δει τόσες πολλές εκκλησίες, τόσα πολλά παρεκκλήσια, να χτυπάει καμπάνα κάθε μέρα, να τελείται η λειτουργία από τους ιερείς μας και από τα δύο μοναστήρια που έχουμε, της Παναγίας της Τουρλιανής και της Παναγίας της Παλαιοκαστριανής.

Είναι ένας τόπος ο οποίος αγαπά, τιμά και σέβεται την ιερά παράδοση την οποία παρέλαβαν από τους γονείς τους και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα. Και το ευτύχημα, θα έλεγα, είναι ότι και οι άνθρωποι οι οποίοι έρχονται εδώ για να δουλέψουν σχεδόν αφομοιώνονται σε αυτό το κλίμα. Οι κυριακάτικες και καθημερινές λειτουργίες που γίνονται στα παρεκκλήσια και στα ξωκλήσια είναι κατάμεστα από κόσμο. Δεκάδες άνθρωποι σχεδόν επί καθημερινής βάσεως επιθυμούν να εξομολογηθούν, να μιλήσουν, να ακούσουν τη γνώμη ενός πνευματικού.

 

Λ.Ψ.: Και βλέπετε και νέους ή κυρίως τους παλιούς κατοίκους;

Π.Π.Μ.: Μιλάμε για νέους. Οι παλαιότεροι είπαμε ότι έτσι κι αλλιώς έτσι έμαθαν, αλλά αυτό συνεχίζεται και από τους νέους ανθρώπους. Έχουμε πάρα πολλούς νέους οι οποίοι και εκκλησιάζονται και συμμετέχουν στο μυστήριο της Θείας Εξομολογήσεως, καθώς επίσης και της Θείας Μεταλήψεως. Έχουμε κατηχητικά σχολεία όλων των βαθμίδων από παιδιά νηπιακής ηλικίας, δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου, με πολλές δραστηριότητες και πνευματικές εκδρομές. Κύκλο μελέτης Αγίας Γραφής για κυρίες και κυρίους. Υπάρχει αυτό το πνευματικό πρόσωπο της Μυκόνου, το οποίο από πολλούς αγνοείται, όμως υπάρχει.

Η συνύπαρξη του ιερού με το κοσμικό

Λ.Ψ.: Πώς μπορεί να συνυπάρξει αυτή η πνευματικότητα με έναν προορισμό που χαρακτηρίζεται από ένταση, ταχύτητα και υπερβολή; Είναι τελικά αντίθετα ή όντως μπορούν να συνυπάρξουν;

Π.Π.Μ.: Είναι παράλληλα. Συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Για εμάς είναι τρόπος ζωής αυτό. Δεν μας κάνει καμία εντύπωση. Θα ήθελα δε να σας πω κάτι: «Εκεί, όπου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσε η χάρις». Ένας τόπος δεν αγιάζεται επειδή έχει εκκλησίες και μοναστήρια και ανθρώπους, αλλά εκκλησιάζεται από τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Δεν πάει να πει ότι ονομάζεται Άγιον Όρος επειδή έχει αγίους μέσα. Ονομάζεται Άγιο Όρος αφενός μεν γιατί είναι αφιερωμένο στην Παναγία, αλλά αφετέρου διότι υπάρχει ένας πνευματικός τρόπος ζωής.

Οι εκκλησίες ως ζωντανή παράδοση

Λ.Ψ.: Οι εκκλησίες της Μυκόνου δεν είναι μόνο αρχιτεκτονικά στοιχεία, αλλά και κομμάτι της καθημερινής ζωής. Τι σημαίνουν πραγματικά για την ταυτότητα του νησιού;

Π.Π.Μ.: Μόνο μέσα στη χώρα έχουμε περίπου 60 παρεκκλήσια, τα οποία είναι του 16ου, 17ου και 18ου αιώνος. Όλοι αυτοί οι ναοί υπήρξαν ιδιωτικοί, οικογενειακοί. Υπήρχε η συνήθεια: ο καθένας ο οποίος έφευγε από αυτόν τον κόσμο, παρέδιδε τα κλειδιά της εκκλησίας στη θυγατέρα του. Η κόρη παραλάμβανε την εκκλησία. Αν δεν είχε κόρη, η νύφη. Αν δεν είχε, η γειτόνισσα. Αλλά πήγαινε από μάνα σε κόρη η εκκλησία.

Υπάρχει το έθιμο να τοποθετούνται τα οστά των κεκοιμημένων στα παρεκκλήσια. Θάβαν τους νεκρούς μέσα στις εκκλησίες. Κάποια στιγμή, μιλάμε για τον 16ο αιώνα, έπεσε πανώλη στο νησί και αποφάσισαν ότι δεν θα ξαναγίνει ταφή εντός των ναών. Τότε καθιερώθηκε και το λευκό στη Μύκονο, το οποίο έχει αντισηπτικές ιδιότητες. Και τότε αποφάσισαν μετά την εκταφή του νεκρού, τα οστά να τοποθετούνται μέσα στα παρεκκλήσια.

Τα παρεκκλήσια μας όλα και πρωτίστως θα έλεγα η Παναγία η Παραπορτιανή, η αχειροποίητος Παραπορτιανή, ένας εμβληματικός ναός – θα έλεγα ότι είναι η Ακρόπολη της Μυκόνου. Είναι ο μοναδικός διώροφος ναός, αποτελείται από πέντε ναούς. Είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι, όπως ακριβώς είναι και οι ανεμόμυλοι στη Μύκονο, έτσι είναι και τα παρεκκλήσια.

Η πνευματική ευωδία

Λ.Ψ.: Η ενότητα στην οποία εντάσσεται αυτή η συνέντευξη ονομάζεται «Πνευματική Ευωδία». Αν έπρεπε να περιγράψετε με μια εικόνα ή μια αίσθηση τι σημαίνει αυτό για τη Μύκονο, ποια θα ήταν;

Π.Π.Μ.: Υπάρχει μια εικόνα που με έχει σημαδέψει από την πρώτη μέρα που ήρθα στη Μύκονο μέχρι και σήμερα. Όταν κατεβαίνω τα χαράματα για να τελέσουμε τη λειτουργία την Κυριακή, περνώ μέσα από τα ασβεστωμένα στενά της χώρας και βλέπω τα καντήλια των εκκλησιών να τρεμοσβήνουν στο πρώτο φως της μέρας. Με πλημμυρίζει η ευωδιά του λιβανιού – οι μεγάλες γυναίκες, οι γερόντισσες, έχουν ήδη περάσει πρωί-πρωί για να σκουπίσουν και να θυμιάσουν την εκκλησία τους. Σε κάθε γωνιά, ένα πρόχειρο ανθοδοχείο – μπορεί να είναι ένα κομμένο μπουκάλι με δυο λουλούδια που ευωδιάζουν απλά και ταπεινά. Όλα αυτά έχουν χαραχτεί με ανεξίτηλα γράμματα μέσα στην καρδιά μου, στο μυαλό μου, στην ψυχή μου.

Λ.Ψ.: Και η ίδια η Θεία Λειτουργία;

Π.Π.Μ.: Η Θεία Λειτουργία είναι η τροφή της ζωής μας – το μάννα, το άρτο τον εξ ουρανού. Όπως έτρεφε ο Θεός τους Ισραηλίτες στην έρημο επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, έτσι και εμείς μεταλαμβάνουμε και κοινωνούμε καθημερινά το σώμα και το αίμα του Χριστού. Αυτή η χαρά για έναν ιερέα είναι ασύγκριτη – είναι εκείνο που σε στηρίζει, που σε ενισχύει, που σε κρατά όρθιο. Είναι η αρχή και το τέλος της ύπαρξής μας.

Η στιγμή της σιωπής

Λ.Ψ.: Αν η Μύκονος είχε μία μόνο στιγμή σιωπής μέσα στη μέρα, ποια θα ήταν αυτή;

Π.Π.Μ.: Το ηλιοβασίλεμα στη Μικρή Βενετία. Είναι κάτι συγκλονιστικό. Εμείς κάνουμε τον εσπερινό το απόγευμα και από την πόρτα φαίνεται το ηλιοβασίλεμα. Γι’ αυτό βάλαμε και χρωματιστά παράθυρα πάνω στον τρούλο για να παίζουν τα χρώματα με τον ήλιο. Το χειμώνα κατεβαίνω τα απογεύματα για να κάνω τον εσπερινό, να ανάψουμε τα καντήλια του ναού και όταν τυγχάνει να είναι η ώρα του ηλιοβασιλέματος, μ’ αρέσει να καθίσω στα παγκάκια και να χαζεύω το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, μέσα στο οποίο σβήνει ο ήλιος, ατενίζοντας απέναντι την Ιερά Νήσο Τήνο, τη Δήλο, τη Σύρο μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε απόγευμα, ειδικά τους θερινούς μήνες που έχει πάρα πολύ κόσμο το νησί, γίνεται το αδιαχώρητο. Δεν ακούγεται τίποτα διότι όλοι περιμένουν ευλαβικά να δουν τη δύση του ηλίου. Βλέπω μερικές φορές μουσικούς του δρόμου, οι οποίοι μπορεί να παίζουν σαξόφωνο ή βιολί. Όλο αυτό για μένα είναι μεθυστικό.

Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Μυκόνου

Ο ναός, γνωστός και ως «Μεγάλη Παναγιά», χτίστηκε το 1616 στην περιοχή που ονομαζόταν Λευκάντρα και σήμερα είναι γνωστή ως Μικρή Βενετία. Σύμφωνα με την παράδοση, το εικόνισμα της Παναγίας βρέθηκε σε πηγάδι της περιοχής, γεγονός που έδωσε στον ναό τα ονόματα Πηγαδιώτισσα και Ζωοδόχος Πηγή. Η ίδια η παράδοση αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της οικοδόμησης, οι εργάτες άκουγαν τη νύχτα σφυριά και αξίνες να δουλεύουν, και το πρωί έβλεπαν τον ναό υψηλότερο από ό,τι τον είχαν αφήσει – γι’ αυτό ονομάστηκε και «Αγγελοχτισμένη».

Το 1878, η οικογένεια Αγρυπάρη δώρισε τον ιδιωτικό ναό στο Δήμο για να γίνει ο νέος Μητροπολιτικός Ναός, σε αντικατάσταση της Αγίας Ελένης. Το 2018, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δωρόθεος τέλεσε τα επίσημα εγκαίνιά του.

Κειμήλια και θησαυροί:

  • Το υπέροχο φλωρεντιανό τέμπλο του 1657, με εορτολόγιο δωδεκαόρτου που περιλαμβάνει σπάνιες αναπαραστάσεις της Μεγάλης Εβδομάδας
  • Την εικόνα της Παναγίας Κλαίουσας από τη σχολή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (El Greco)
  • Απότμημα ιερών λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου, πολιούχου της Μυκόνου (από το 2013 με προεδρικό διάταγμα)
  • Την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1841), δωρεά του επισκόπου Ιασίου Ανθίμου, που λιτανεύεται κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου μαζί με την Πηγαδιώτισσα
  • Τον Επιτάφιο του 1801 από την Οδησσό, δωρεά του Δημητράκη Μαυρογένη, παππού της ηρωίδας Μαντώς Μαυρογένους
  • Την εικόνα της «Παναγίας των Τσάρων» από την εποχή της ρωσικής κατοχής
  • Τον φλωρεντιανό Αρχιερατικό Θρόνο του 1759
  • Εικόνα με τους 29 αγίους των Κυκλάδων, δωρεά του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ. Δωροθέου

Ο ναός τιμά επίσης τον Άγιο Νεομάρτυρα Μανουήλ (μνήμη 15 Μαρτίου), ο οποίος, αν και καταγόταν από τα Σφακιά της Κρήτης, έζησε και εργάστηκε στη Μύκονο ως ναύτης. Συνελήφθη και μαρτύρησε στη Χίο το 1792.

Η Αγία Τράπεζα του ναού είναι χτισμένη πάνω στο ίδιο το πηγάδι όπου βρέθηκε το εικόνισμα της Παναγίας, και αποτελείται από κίονα που φέρθηκε από την αρχαία Δήλο και το καπάκι μιας σαρκοφάγου.

Καθώς αποχωριζόμαστε τον Πατέρα Πέτρο στην πύλη του ναού, ο ήλιος αρχίζει να κατεβαίνει προς το Αιγαίο. Οι σκιές μακραίνουν στα ασπρισμένα σοκάκια της χώρας, και από κάπου μακριά φτάνει αμυδρός ο ήχος μιας καμπάνας. Σε λίγο, χιλιάδες άνθρωποι θα συγκεντρωθούν στη Μικρή Βενετία για να δουν το ηλιοβασίλεμα – εκείνη τη μοναδική στιγμή σιωπής που προσφέρει το νησί. Και στη σιωπή αυτή, ανάμεσα στο φως που χάνεται και στο σκοτάδι που έρχεται, υπάρχει κάτι παραπάνω από τη φυσική ομορφιά: υπάρχει η πνευματική ευωδία μιας παράδοσης που αντέχει, μιας πίστης που ζει, μιας κοινότητας που θυμάται.