Η ΑΘΗΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΛΕΙΠΕ
Της Ξένης Αναστασίας Τοάνογλου, Marketing & Communications Manager PHĀEA
Από τα Πατήσια και τη Ριζούπολη μέχρι την Κηφισιά και το Νέο Ηράκλειο, ακολουθώ τις γειτονιές όπου μεγάλωσε ο πατέρας μου και αναζητώ, μέσα από τις αναμνήσεις του, τις στάσεις που αξίζει να γνωρίσουμε σήμερα.

«Αθήνα, χαρά της γης και της αυγής». Η φράση από το τραγούδι της Νάνας Μούσχουρη, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ανήκει σε μια Αθήνα που σήμερα μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Κυκλοφόρησε το 1960, όταν η πόλη μεγάλωνε, άνοιγε δρόμους, γέμιζε πολυκατοικίες και γειτονιές και αποκτούσε, λίγο λίγο, τον ρυθμό της μεγάλης πρωτεύουσας. Ακούγοντάς τη σήμερα, σκέφτομαι πως ίσως υπάρχει κάτι που δεν έχει αλλάξει τόσο: η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια πόλη που πρέπει να τη γνωρίσεις περπατώντας, χάνοντας τον δρόμο σου στα στενά της.
Έχω σχεδόν δύο χρόνια που ήρθα εδώ. Έχω αποκτήσει τις δικές μου διαδρομές, τα δικά μου τραπέζια, τα μαγαζιά στα οποία επιστρέφω χωρίς να το σκέφτομαι. Ξέρω πού θα πάω για έναν καφέ, πού θα βγω το βράδυ, από ποιον δρόμο θα περάσω για να φτάσω στο κέντρο. Κάνω κύκλους στις ίδιες γειτονιές και περιπλανιέμαι σε έναν μικρόκοσμο που μοιάζει ασφαλής, γνώριμος και προσιτός. Δεν είναι ότι τα μέρη που επισκέπτομαι δεν βρίσκονται στις συχνότερες προτάσεις των social media, στους πιο πεπατημένους ταξιδιωτικούς οδηγούς ή ανάμεσα στα πιο trending μαγαζιά της πόλης. Είναι, όμως, αυτή η αίσθηση ότι, όσο περισσότερο μένω στην Αθήνα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο λίγο την έχω πραγματικά γνωρίσει.
Γιατί πώς μπορείς να λες ότι μένεις στην Αθήνα όταν δεν έχεις περπατήσει τις γειτονιές που μεγάλωσαν τους ανθρώπους της;
Το καλοκαίρι είναι εύκολο να ψάχνεις την αυθεντικότητα αλλού. Στα νησιά, στα χωριά, στα πανηγύρια, στους δρόμους που μυρίζουν τσίκνα από τις ψησταριές, θυμάρι από τα βουνίσια βότανα και θαλασσινό αλάτι από τις ακτές, στις παραλίες όπου ο χρόνος μοιάζει να κυλά διαφορετικά, πιο αργά. Κι ύστερα επιστρέφεις στην πρωτεύουσα και η μόνη σου ανησυχία είναι ότι θα ξαναβρείς την κίνηση, τα αυτοκίνητα, τον θόρυβο και τη βιασύνη της πόλης. Φέτος, όμως, όπως καθόμουν σε μια ταβέρνα του νησιού περιμένοντας πάνω από μία ώρα το ψητό μου ψάρι, πριν καν γυρίσω στην πόλη, σκέφτηκα πως ίσως η Αθήνα να κρύβει τη δική της εκδοχή αυθεντικότητας που δεν έχω ψάξει ακόμη. Κάτι πέρα από τη γνώριμη εικόνα της και τα επιφανειακά χαρακτηριστικά που προβάλλει στους περιστασιακούς, διψασμένους για Ελλάδα, επισκέπτες της.

Και για να το κάνω αυτό, θα χρειαστώ έναν ξεναγό. Κάποιον που να την ξέρει, όπως λέμε, από κούνια. Κάποιον που δεν θα μου πει μόνο όσα εμφανίζονται στις βιτρίνες των social media ως «μη χάσεις στην Αθήνα», ούτε θα με στείλει στα υποτιθέμενα hidden gems που έγιναν viral ή στα μέρη «που πάνε οι ντόπιοι», ενώ στην πραγματικότητα έχουν γίνει πια στάσεις μιας νέας γενιάς που πηγαίνει για να δει και να τη δουν, να φωτογραφίσει μια trending αισθητική ή να προσθέσει ακόμη ένα σημείο στον ψηφιακό της χάρτη. Κάποιον σαν τον πατέρα μου.


Ο πατέρας μου δεν μένει πια στην Ελλάδα. Η κρίση τον έσπρωξε κάποτε στο εξωτερικό, αλλά μαζί με την απόσταση του άνοιξε καινούργιους ορίζοντες και ευκαιρίες που ίσως εδώ να μην είχε. Κι όμως, κάθε φορά που επιστρέφει στην Αθήνα, η πόλη μοιάζει να τον γυρίζει πίσω. Γυαλίζουν τα μάτια του με το που αναγνωρίσει έναν δρόμο από το παράθυρο, μια μυρωδιά, έναν γνώριμο θόρυβο. Σαν να ξαναβρίσκει εκείνο το παιδί που έτρεχε στις γειτονιές, έπαιζε μπάλα και γύριζε σπίτι με τα γόνατα γεμάτα χώματα, μέχρι να ακούσει τη φωνή της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου: «Μιχαλάκη, νύχτωσε, μπες μέσα». Ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που επιστρέφει, θέλει να ξαναδεί τα μέρη του, να περάσει από τα γήπεδα, να δοκιμάσει εκείνες τις γεύσεις και να διαπιστώσει τι απέγιναν οι γειτονιές που θυμάται. Δεν ψάχνει μόνο την Αθήνα που άφησε πίσω· θέλει να γνωρίσει κι εκείνη που υπάρχει σήμερα.
Κι έτσι μου παραδίδει έναν διαφορετικό χάρτη της πόλης: όχι με αξιοθέατα, αλλά με γεύσεις, γήπεδα, πλατείες, κινηματογράφους, ντισκοτέκ, δρόμους και ανθρώπους. Έναν χάρτη που μέχρι τώρα δεν ήξερα και που, μέσα από τις δικές του ιστορίες, θέλω κι εγώ να περπατήσω. Γιατί ίσως κάπου εκεί βρίσκεται και η αξία μιας ιστορίας, σε ό,τι ξεκινά από μια προσωπική μνήμη και, περνώντας από στόμα σε στόμα ή από πένα σε αναγνώστη, αποκτά καινούργια ζωή.

Ο πρώτος δρόμος είναι η Πατησίων.
«Από τον Περισσό, τα Πατήσια ήταν πολύ κοντά μας», μου λέει. «Ήταν η φυσική μας έξοδος προς την Αθήνα».


Σήμερα η Πατησίων είναι ένας από τους μεγάλους δρόμους της πόλης, ένας δρόμος που συχνά διασχίζουμε βιαστικά. Για εκείνον, όμως, δεν ήταν ένας δρόμος που περνούσες· ήταν ένας δρόμος που πήγαινες. Η διαδρομή του ξεκινούσε από τη «Χαρά», το ζαχαροπλαστείο που άνοιξε το 1969, σε μια εποχή που τα μεγάλα αθηναϊκά ζαχαροπλαστεία αποτελούσαν από μόνα τους προορισμό για μια έξοδο. Το εκμέκ παγωτό, το καϊμάκι και το περίφημο Σικάγο έγιναν οι γεύσεις που έδεσαν τη «Χαρά» με πολλές γενιές Αθηναίων. Και είναι από εκείνα τα σπάνια σημεία της παλιάς Αθήνας που μπορείς ακόμη να επισκεφθείς. Να καθίσεις στα τραπεζάκια της Πατησίων, να παραγγείλεις ένα από τα παγωτά της και να κοιτάξεις γύρω σου. Οι άνθρωποι είναι άλλοι, οι δρόμοι έχουν αλλάξει, όμως η γεύση και ένα κομμάτι της αισθητικής παραμένουν, σαν μια μικρή χρονομηχανή στο ’70. Δεν χρειάζεται καν να βρεθείς εκεί για να τη δοκιμάσεις· η «Χαρά» έχει φτάσει πλέον μέχρι το efood. Ποιος θα της το έλεγε τότε;
Από εκεί, συνεχίζω χωρίς βιασύνη προς τον Προμπονά. Λίγα λεπτά μακριά από την πολυσύχναστη Πατησίων, η πόλη αλλάζει ξαφνικά ρυθμό. Ένας χώρος πρασίνου στη βόρεια πλευρά του Δήμου Αθηναίων, ανάμεσα σε μια περιοχή που κουβαλά ακόμη τη βιομηχανική ιστορία της πόλης και στις αυλές των παλιών σπιτιών. Ο πατέρας μου θυμάται τις βόλτες εκεί, όταν ο χώρος ήταν ακόμη κομμάτι της καθημερινότητας της γειτονιάς. Κι υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό στο ότι, χρόνια αργότερα, ο Διονύσης Σαββόπουλος συνδέθηκε κι εκείνος με αυτό το τοπίο, περπατώντας στον Προμπονά την περίοδο που ηχογραφούσε το «Περιβόλι του τρελού». Είναι από εκείνα τα σημεία που πιθανότατα δεν θα σου πρότεινε ένας κλασικός οδηγός της Αθήνας. Κι όμως, ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα κομμάτι της πόλης που αξίζει να ανακαλύψεις. Όχι στα μεγάλα αξιοθέατα, αλλά στους μικρότερους χώρους όπου κάποτε μεγάλωναν παιδιά, γράφονταν τραγούδια και οι γειτονιές αποκτούσαν τον δικό τους ρυθμό. Μερικοί από αυτούς τους χώρους χάθηκαν, άλλοι άλλαξαν και κάποιοι συνεχίζουν να υπάρχουν, λίγο διαφορετικοί αλλά ακόμη αναγνωρίσιμοι. Αυτό είναι το ενδιαφέρον αυτής της διαδρομής: δεν ψάχνω μια Αθήνα παγωμένη στον χρόνο, αλλά σημεία στα οποία μπορώ να πατήσω πάνω στα αποτυπώματα του τότε και να δω πώς συνεχίζουν να υπάρχουν σήμερα.

*
Λίγο πιο πέρα, στη Ριζούπολη, η μπάλα αποκτά άλλη διάσταση. Το γήπεδο του Απόλλωνα Σμύρνης είναι συνδεδεμένο με την ιστορία ενός συλλόγου που ιδρύθηκε στη Σμύρνη το 1891, στην ακμάζουσα τότε πόλη, και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Μια διαδρομή που, με έναν τρόπο, αγγίζει και τη δική μου οικογένεια, αφού από εκείνα τα ίδια χώματα ξεκίνησε και η οικογένεια του παππού μου. Το γήπεδο στη Ριζούπολη έγινε ένα από τα σημεία αναφοράς της ομάδας αλλά και της ίδιας της γειτονιάς. Ο πατέρας μου, όμως, δεν μου μιλά για την ιστορία του Απόλλωνα σαν να διαβάζει βιβλίο. Μου μιλά για μια γειτονιά ζωντανή, με παιδιά που σουτάρουν ασταμάτητα την μπάλα, αυτοκίνητα που κορνάρουν όχι από θυμό αλλά για να χαιρετήσουν έναν γνωστό, γείτονες που στέκονται για λίγο στον δρόμο και ανταλλάσσουν τα νέα της ημέρας. Και κάπως έτσι καταλαβαίνω ότι η ιστορία μιας γειτονιάς δεν γράφεται μόνο στα γήπεδα, στα κτίρια και στις ημερομηνίες, αλλά στους μικρούς, καθημερινούς ήχους της.


Κι ύστερα υπάρχει το Σπόρτιγκ, όπου η μπάλα συναντά τη μουσική. Το γήπεδο αθλοπαιδιών έγινε ένας από τους σημαντικούς χώρους συναυλιών της Αθήνας και στις 30 και 31 Μαρτίου 1980 φιλοξένησε τους Police. Οι δύο συναυλίες έμειναν στη μνήμη και για τα επεισόδια που σημειώθηκαν γύρω από τον χώρο και στον σταθμό του ΗΣΑΠ Άγιος Ελευθέριος. Λίγα χρόνια αργότερα, οι Motörhead εμφανίστηκαν εκεί τον Μάρτιο του 1988, σε μία από τις πρώτες μεγάλες συναυλιακές στιγμές τους στην Ελλάδα. Για εμάς αυτά τα ονόματα μοιάζουν να ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο. Για τη γενιά του πατέρα μου ήταν κοσμοϊστορικά γεγονότα που έφεραν την Αθήνα στον χάρτη των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου.


Κατηφορίζοντας την Πατησίων, ερχόταν η άλλη πλευρά της πόλης: κινηματογράφοι, φωτεινές επιγραφές και εικόνες μιας Αθήνας που ήξερε να διασκεδάζει. Το Ράδιο Σίτυ, ένας από τους μεγαλύτερους και πιο εμβληματικούς κινηματογράφους της λεωφόρου, άνοιξε τις πόρτες του το 1965 με την πρώτη προβολή της «Ωραίας μου Κυρίας» και εντυπωσίαζε με τη μεγάλη οθόνη, το Cinerama και τον στερεοφωνικό ήχο. Η πρεμιέρα εκείνο το φθινόπωρο ήταν από μόνη της κοσμικό γεγονός. Σήμερα το Ράδιο Σίτυ έχει κλείσει, από το 2004, και η παλιά κινηματογραφική Πατησίων έχει χάσει μεγάλο μέρος από τη λάμψη της. Λίγο πιο πάνω, όμως, ο κινηματογράφος Αελλώ επιμένει. Από το 1939 αποτελεί σημείο αναφοράς για την ψυχαγωγία της περιοχής και σήμερα συνεχίζει να κρατά ζωντανή την παράδοση του θερινού σινεμά, κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, με τις προβολές να συνεχίζονται μέχρι και το φθινόπωρο. Μια πράσινη ταράτσα, μια ταινία, η μυρωδιά του ποπ κορν και, γύρω σου, η Πατησίων που συνεχίζει να κινείται. Και αν ο καιρός δεν το επιτρέπει, υπάρχουν πάντα οι κλειστές αίθουσες του κινηματογράφου που λειτουργούν όλο τον χρόνο.


Αλλά η νυχτερινή διασκέδαση είχε κι άλλα ονόματα. Τη θρυλική Station One, που κρατά ακόμη κάτι από την ατμόσφαιρα των ’80s με θεματικές βραδιές και πάρτι, αλλά και το Au Revoir, ένα από τα παλαιότερα μπαρ της Αθήνας, που άνοιξε το 1958 στην Πατησίων και έγινε σημείο συνάντησης για καλλιτέχνες, διανοούμενους και ανθρώπους της λαϊκής αθηναϊκής σκηνής. Σχεδιασμένο από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, με τους ψάθινους τοίχους, τα φωτιστικά και τον χαρακτηριστικό του πάγκο, παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν ίδιο, σαν ένα μικρό κομμάτι της παλιάς Πατησίων που ξέφυγε από τον χρόνο. Και αυτό με κάνει να θέλω να την περπατήσω αλλιώς. Να κοιτάξω λίγο πιο προσεκτικά όσα έχουν μείνει και, ανάμεσά τους, να ψάξω τα ίχνη μιας λεωφόρου που κάποτε είχε τον δικό της ρυθμό, τις δικές της φωνές και τη δική της νύχτα.


Η διαδρομή συνεχίζει προς την Κηφισιά, και εδώ η ιστορία αλλάζει ρυθμό. Αν τα Πατήσια ήταν η έξοδος προς την πόλη, η Κηφισιά ήταν η μικρή απόδραση. Τόσο μικρή και σύντομη, ώστε μπορούσε να χωρέσει ακόμη και σε μια κοπάνα από το σχολείο. Μπορείς να ξεκινήσεις τη βόλτα σου από το Άλσος Κηφισιάς, ανάμεσα στα δέντρα και τα μονοπάτια του, και να καταλάβεις αμέσως γιατί για γενιές Αθηναίων τα βόρεια προάστια έμοιαζαν με μια μικρή έξοδο από την πόλη. Ύστερα, χωρίς ιδιαίτερο σχέδιο, να πάρεις τους γύρω δρόμους και να αφήσεις την Κηφισιά να σου αποκαλύψει τα παλιά της σπίτια.


Το γαλακτοπωλείο Βάρσος έχει αφήσει από τις πιο γλυκές αναμνήσεις της Κηφισιάς, τόσο στους παλιούς όσο και στους νεότερους που ξέρουν πού θα βρουν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γαλακτομπούρεκα της Αθήνας. Ξεκίνησε το 1892 ως γαλακτοπωλείο στο κέντρο της πόλης και μεταφέρθηκε στην Κηφισιά το 1922, γεγονός που τον κάνει παλιό ακόμη και για τους παλιούς. Εγώ, βέβαια, δεν γνώριζα τίποτα από όλα αυτά όταν ένα φιλικό ζευγάρι μάς έφερε ένα πήλινο με γαλακτομπούρεκο με κανταΐφι σε μια επίσκεψη στο σπίτι. Το ασπρόμαυρο κουτί με τα χρωματιστά γράμματα ήταν μια πρώτη γνωριμία με την αισθητική του Βάρσου. Όταν το ανοίξαμε, όμως, δεν χρειάστηκε κανένας απολύτως υπότιτλος. Η σιροπιαστή επιφάνεια και το βαρύ πήλινο σκεύος έλεγαν από μόνα τους ότι κρατούσαμε στα χέρια μας κάτι που είχε ιστορία. Μια ιστορία που, στην περίπτωσή μας, άντεξε μόλις δύο εργάσιμες ημέρες στο ψυγείο.


Κι από τον Βάρσο, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μη βάλεις αμέσως προορισμό στο κινητό. Να περπατήσεις. Η Κηφισιά κρύβει ακόμη στα στενά της παλιά αρχοντικά, χαμηλές κατοικίες, αυλές και δρόμους που θυμίζουν μια εποχή που τα βόρεια προάστια λειτουργούσαν περισσότερο σαν εξοχή παρά σαν συνέχεια της πρωτεύουσας. Δεν χρειάζεται να ψάξεις κάποιο συγκεκριμένο αξιοθέατο· εδώ η ίδια η διαδρομή είναι η στάση.
Και μετά, προς Κεφαλάρι. Εκεί όπου ο πατέρας μου θυμάται την Αλάσκα, με τα χαρακτηριστικά τραπέζια από κορμούς δέντρων, σαν σκηνικό παλιάς ελληνικής ταινίας. Κι αν αφήσεις για λίγο πίσω σου τα σημερινά τραπέζια και τις βιτρίνες της περιοχής, θα βρεις ακόμη μικρές υπενθυμίσεις μιας πολύ παλαιότερης Κηφισιάς, όπως το μικρό μεταβυζαντινό εκκλησάκι της πλατείας, ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα ίχνη της περιοχής. Η ιστορία της Αλάσκας, όμως, σταμάτησε απότομα το καλοκαίρι του 2003, όταν μια καταστροφική πυρκαγιά κατέστρεψε το εμβληματικό στέκι. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει αναφορές και συζητήσεις για την επαναλειτουργία του, αναζωπυρώνοντας τις ελπίδες όσων το θυμούνται, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει υπάρξει επίσημη επαναλειτουργία. Και ίσως η Αλάσκα να είναι η άλλη πλευρά αυτής της διαδρομής. Αν ο Βάρσος δείχνει πώς μια γεύση μπορεί να επιβιώσει περισσότερο από έναν αιώνα, η Αλάσκα θυμίζει πως τίποτα στην πόλη δεν είναι δεδομένο. Κάποια μέρη συνεχίζουν, άλλα γίνονται δυστυχώς ιστορίες που διηγούμαστε.
Η Αθήνα εκείνης της εποχής ήξερε, πάντως, να δημιουργεί μικρές αποδράσεις μέσα στην ίδια της την επικράτεια. Δεν χρειαζόταν πλοίο ή αεροπλάνο. Μια διαδρομή προς τα βόρεια, ακόμη και με λεωφορείο, αρκούσε για να αλλάξει λίγο το τοπίο, να πρασινίσει ο δρόμος και να νιώσεις ότι έφυγες από την πόλη χωρίς πραγματικά να την εγκαταλείψεις.

Το βράδυ μπορείς ακόμη να αναζητήσεις την παλιά κινηματογραφική ατμόσφαιρα της περιοχής. Η Μπομπονιέρα, στην Παπαδιαμάντη, λειτουργεί από το 1918 και θεωρείται ένα από τα παλαιότερα θερινά σινεμά της Ελλάδας. Το 1997 χαρακτηρίστηκε διατηρητέα ως προς τη χρήση της, μαζί με άλλους ιστορικούς θερινούς κινηματογράφους της Αττικής. Με τον καταπράσινο κήπο, τα γιασεμιά και τον εξώστη της, παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της Κηφισιάς, ένας χώρος όπου η έξοδος για σινεμά μοιάζει ακόμη λίγο με έξοδο από την πόλη.
Λίγο πιο πέρα, η Χλόη λειτουργεί από το 1960 στην Κασσαβέτη. Πέρασε από μια τετραετή παύση, ανακαινίστηκε και επαναλειτούργησε το 1997, κρατώντας όμως αυτό που την έκανε ξεχωριστή: τον καταπράσινο κήπο και την αίσθηση μιας ήσυχης, καλοκαιρινής βραδιάς μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Αν η εποχή και ο καιρός το επιτρέπουν, μια προβολή στη Μπομπονιέρα ή στη Χλόη είναι ίσως ο πιο απλός τρόπος να καταλάβεις τι εννοεί ο πατέρας μου όταν θυμάται την Κηφισιά των νεανικών του χρόνων. Μια ταινία κάτω από τον ουρανό, λίγο δροσερό βράδυ, κάτι να τσιμπήσεις και γύρω σου η αίσθηση ότι, για δύο ώρες, η Αθήνα μπορεί να γίνει λίγο πιο αργή.


Και αν η επόμενη μέρα είναι για πιο αργή εξερεύνηση, υπάρχει ακόμη μια απρόσμενη στάση: το Σκιρώνειο Κέντρο, ένας υπαίθριος χώρος σύγχρονης γλυπτικής μέσα σε έναν ελαιώνα. Γλυπτά ανάμεσα στα δέντρα, ένας χώρος που περισσότερο τον περπατάς παρά τον «επισκέπτεσαι» και μια διαφορετική εικόνα της Κηφισιάς από εκείνη που συνήθως έχουμε στο μυαλό μας. Είναι από εκείνες τις μικρές παρακάμψεις που αξίζει να κρατήσεις στον χάρτη σου, ακριβώς επειδή δεν μοιάζουν με αυτό που περίμενες να βρεις.


Ίσως αυτό να είναι και το κοινό νήμα ανάμεσα στη δική μου Αθήνα και στη δική του. Δεν αλλάζει η ανάγκη να βγεις από το σπίτι, να βρεις τους ανθρώπους σου, να φας κάτι, να ακούσεις μουσική, να περπατήσεις, να αργήσεις να γυρίσεις.
Στο Νέο Ηράκλειο, η Βίλα Στέλλα, ένα από τα παλαιότερα αρχοντικά της περιοχής, εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολιτιστικός χώρος του Ηρακλείου Αττικής και σήμερα έχει ξαναβρεί ένα ακόμη κομμάτι της πολιτιστικής της μνήμης: τον Απρίλιο του 2026 τοποθετήθηκε ξανά στην αυλή της η προτομή του Νίκου Καζαντζάκη, μετά την κλοπή της παλαιότερης.


Όσο πέφτει η νύχτα, η ιστορία γίνεται ακόμη πιο προσωπική. Ο πατέρας μου θυμάται τη Mariner, την παμπ που ήταν τότε σημείο συνάντησης για τους φαν του metal και του punk, ένα καταφύγιο, όπως μου λέει, για τους «απροσάρμοστους». Ένα από εκείνα τα μαγαζιά που δεν ήταν απλώς έξοδος, αλλά στέκι και ταυτότητα για όσους τα σύχναζαν. Η Mariner έκλεισε το 1991, αφήνοντας πίσω της μία από τις ιστορίες της ροκ νύχτας του Ηρακλείου. Μοναδική θέση στις αναμνήσεις του έχει το Piccadilly της Κουντουριώτου που δεν ήταν απλώς μια ακόμα ντισκοτέκ. Μπιλιάρδα, μουσική, παρέες και τα πρώτα φλερτ μιας ολόκληρης γενιάς. Εκεί συναντιούνταν διαφορετικές «φυλές» της περιοχης οι ντισκοτεκάδες, οι ροκάδες, οι μαθητές που είχαν κάνει κοπάνα και όσοι ξεκινούσαν ή τελείωναν τη βραδιά τους στην πλατεία. Ένας αυθεντικός χώρος της νεανικής κουλτούρας των αρχών του ’80 που φιλοξένησε και σκηνές από τα «Άγρια Νιάτα» του Νίκου Φώσκολου.
Τη ροκ διάθεση μπορείς, ευτυχώς, να την αναζητήσεις και σήμερα στο , που από το 2014 κρατά τη δική του θέση στη νυχτερινή σκηνή της περιοχής, με παγωμένη μπύρα και μουσικές που ταιριάζουν σε μια βραδιά χωρίς πολλή επισημότητα. Και επειδή, ως γνωστόν, με το ποτό ανοίγει και η όρεξη, ενώ η πίτσα του Θωμά ανήκει πλέον στις αναμνήσεις του πατέρα μου, η σημερινή διαδρομή μπορεί να συνεχιστεί προς την Κηφισιά, στο Casa Giacomo της Λεβίδου. Εκεί η βραδιά αλλάζει εντελώς ύφος: ιταλική κουζίνα, λευκά τραπεζομάντιλα, ασημικά και μια καλή Cacio e Pepe, για όσους θέλουν να κλείσουν τη διαδρομή λίγο πιο αριστοκρατικά.



Κι αυτή η εναλλαγή είναι ίσως που κάνει ενδιαφέρουσα την Αθήνα. Μπορείς μέσα σε μία διαδρομή να περάσεις από ένα παλιό punk και metal στέκι σε ένα σύγχρονο beer house και από εκεί σε ένα τραπέζι που θυμίζει περισσότερο μικρό palazzo. Η πόλη αλλάζει μαζί με τις γενιές της, αλλά η ανάγκη για ένα μέρος όπου θα συναντήσεις τους δικούς σου ανθρώπους παραμένει. Αυτό είναι που μου αρέσει περισσότερο στις ιστορίες του. Δεν μου παραδίδει μια Αθήνα που πρέπει να θρηνήσω επειδή χάθηκε. Μου παραδίδει μια Αθήνα που πρέπει να ψάξω επειδή συνεχίζει.



Μπορείς ακόμη να ξεκινήσεις από τη «Χαρά» με ένα εκμέκ παγωτό. Να συνεχίσεις προς τον Προμπονά και τη Ριζούπολη. Να σταθείς έξω από το Σπόρτιγκ και να προσπαθήσεις να φανταστείς τον ήχο μιας συναυλίας που έγινε εκεί πριν από δεκαετίες. Να κατηφορίσεις την Πατησίων και να ψάξεις τα ίχνη της παλιάς κινηματογραφικής λεωφόρου. Να πάρεις τον δρόμο για Κηφισιά, να περπατήσεις λίγο στο Άλσος και στα στενά της, να σταθείς στον Βάρσο, να χαθείς ανάμεσα στα παλιά αρχοντικά, να περάσεις από το Κεφαλάρι και το μικρό του εκκλησάκι, να δεις μια ταινία στη Χλόη ή στη Μπομπονιέρα και, την επόμενη μέρα, να αφήσεις λίγο χρόνο για το Σκιρώνειο. Και να καταλήξεις στο Νέο Ηράκλειο, σε μια πλατεία όπου η πόλη συνεχίζει να κάνει αυτό που έκανε πάντα: να φέρνει ανθρώπους κοντά.
Γιατί η Αθήνα δεν βρίσκεται μόνο στην Ακρόπολη, στο ιστορικό κέντρο, στα rooftops και στις γωνιές που φωτογραφίζουμε όλοι. Βρίσκεται και εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο να φωτογραφίσεις. Το καλοκαίρι έχουμε χορτάσει θάλασσα, νησιά, χωριά και πανηγύρια. Τώρα η ζέστη μαλακώνει, οι βαλίτσες επιστρέφουν στις ντουλάπες, τα τραπεζάκια γεμίζουν ξανά και οι γειτονιές ξαναβρίσκουν τον καθημερινό τους ρυθμό. Η Αθήνα παύει για λίγο να προσπαθεί να εντυπωσιάσει και τότε είναι που μπορείς να την ακούσεις καθαρά. Αυτό θέλω να είναι το πιο όμορφο ταξίδι που μπορώ να κάνω αυτό το φθινόπωρο, να γνωρίσω και να ακούσω την Αθήνα μέσα από τις γειτονιές της.
Ξένη Αναστασία Τοάνογλου
Αφηγήματα του πατέρα μου, Μιχαήλ Τοάνογλου








