BOTARGO: Η γεύση της Θεσσαλονίκης, σε πέντε αισθήσεις

Στο MonAsty Thessaloniki, η βυζαντινή μνήμη, το φως, οι υφές και η σύγχρονη ελληνική κουζίνα συναντιούνται σε ένα δείπνο σχεδιασμένο να βιώνεται πολύ πέρα από τη γεύση.

Botargo, Θεσσαλονίκη: Εδώ το φαγητό εμπνέεται από τη μοναστηριακή κουζίνα | ΜΑΓΑΖΙ | Gastronomos.gr

 

Γράφει η Λίλιαν Ψύλλα

Υπάρχουν χώροι στους οποίους, πριν ακόμη δοκιμάσεις οτιδήποτε, έχεις ήδη αρχίσει να καταναλώνεις μια ιστορία. Και στο Botargo συμβαίνει ακριβώς αυτό. Η εμπειρία αρχίζει πριν φτάσει το πρώτο πιάτο στο τραπέζι, πριν ακόμη ανοίξει η πρώτη φιάλη κρασιού, ίσως ακόμη και πριν καθίσεις. Αρχίζει από τη στιγμή που αφήνεις πίσω σου τον έντονο αστικό παλμό του κέντρου της Θεσσαλονίκης και περνάς στο εσωτερικό του MonAsty Thessaloniki, Autograph Collection.

Το ίδιο το όνομα του ξενοδοχείου συμπυκνώνει την κεντρική του ιδέα. Το «Mon» παραπέμπει στο monastery και το «Asty» στην πόλη. Η σχεδιαστική φιλοσοφία ολόκληρου του MonAsty αντλεί από τη βυζαντινή κληρονομιά της Θεσσαλονίκης και τη μεταφέρει σε μια σύγχρονη γλώσσα φιλοξενίας, χωρίς να επιχειρεί να αναπαραστήσει το παρελθόν με κυριολεκτικό τρόπο. Και αυτό ακριβώς γίνεται αισθητό και στο Botargo. Η ιστορία δεν κρέμεται στους τοίχους ως πληροφορία. Ενσωματώνεται στο φως, στα υλικά, στις φόρμες, στον ρυθμό του χώρου και τελικά στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται ολόκληρο το δείπνο.

Η μετάβαση είναι σχεδόν άμεση. Μπαίνοντας, το βλέμμα αρχίζει ασυναίσθητα να κινείται πιο αργά. Τα χρώματα βαθαίνουν, οι ήχοι αποκτούν άλλη απόσταση και το φως παύει να είναι απλώς λειτουργικό. Το ξύλο, οι πλεγμένες επιφάνειες των καθισμάτων, τα κεραμικά αντικείμενα μέσα στις φωτισμένες κόγχες, το σκούρο τούβλο, οι μεταλλικές λεπτομέρειες, τα λουλούδια και οι εντυπωσιακές μαρμάρινες φωτιστικές φόρμες δημιουργούν έναν χώρο όπου η πολυτέλεια δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της για να γίνει αντιληπτή.

Πριν από τη γεύση, έρχεται το φως

Στο Botargo το φως αποτελεί από μόνο του μέρος της γαστρονομικής εμπειρίας. Οι μεγάλοι κυκλικοί φωτιστικοί δίσκοι αιωρούνται πάνω από το μακρύ τραπέζι και επαναλαμβάνονται μέσα στις αντανακλάσεις των γυάλινων επιφανειών, δημιουργώντας μια σχεδόν ατελείωτη ακολουθία φωτεινών σχημάτων. Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του χώρου, όχι μόνο επειδή εντυπωσιάζει οπτικά, αλλά επειδή καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι ό,τι βρίσκεται κάτω από αυτό. Τα πιάτα φωτίζονται χωρίς να χάνεται η ατμόσφαιρα, οι σκιές παραμένουν βαθιές και η συνολική εικόνα διατηρεί έναν σχεδόν κινηματογραφικό χαρακτήρα.

Το interior design του MonAsty υπογράφουν οι Not a Number Architects, οι οποίοι έχουν αντιμετωπίσει τη βυζαντινή και μοναστηριακή κληρονομιά όχι ως θεματικό décor αλλά ως χωρική αφήγηση. Οι λιτές φόρμες, οι κόγχες, η επανάληψη, το ξύλο, το δέρμα, η ψάθα, το τούβλο και οι διαφορετικές υφές δημιουργούν μια αίσθηση εσωστρέφειας και ηρεμίας. Η μεγάλη φωτισμένη σύνθεση με τα κεραμικά αντικείμενα είναι ίσως το καθαρότερο παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Τα λευκά, μαύρα και γήινα αγγεία δεν λειτουργούν απλώς διακοσμητικά. Το καθένα αποκτά τον δικό του μικρό χώρο, τη δική του σκιά και σχεδόν τη δική του σιωπή.

Και κάπου εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις γιατί το περιβάλλον λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά πριν ακόμη εμφανιστεί το φαγητό. Ο χώρος ρυθμίζει τον ρυθμό σου. Σε μετακινεί από την εξωστρέφεια της πόλης σε μια διαφορετική κατάσταση προσοχής, όπου οι λεπτομέρειες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Δεν είναι τυχαίο ότι το MonAsty έχει διακριθεί διεθνώς για το interior design του. Εδώ η αρχιτεκτονική δεν λειτουργεί ως φόντο της εμπειρίας. Συμμετέχει ενεργά σε αυτήν.

Botargo: μια λέξη που κουβαλά αιώνες

Ύστερα έρχεται το όνομα. Botargo. Αυγοτάραχο. Μια λέξη που από μόνη της ανοίγει μια ιστορική διαδρομή προς τη Θεσσαλονίκη ως σταυροδρόμι πολιτισμών, εμπορίου και γεύσεων. Η γαστρονομική αφήγηση του εστιατορίου ανατρέχει στους Βυζαντινούς ευγενείς και στους μοναχούς, σε μια εποχή όπου οι τεχνικές συντήρησης των θαλασσινών με αλάτι και ελαιόλαδο είχαν ιδιαίτερη σημασία και όπου το αυγοτάραχο αποτελούσε ξεχωριστό έδεσμα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η κουζίνα δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει ιστορικές συνταγές σαν να στήνει ένα γαστρονομικό μουσείο. Η κατεύθυνση είναι πολύ πιο σύγχρονη. Ελληνικές πρώτες ύλες, εποχικά προϊόντα και γνώριμες γευστικές μνήμες περνούν μέσα από σύγχρονες τεχνικές και επιστρέφουν στο τραπέζι με διαφορετική ακρίβεια, καθαρότητα και αισθητική. Η κουζίνα του Executive Chef Κωνσταντίνου Μποβιάτση κινείται σε αυτή ακριβώς τη λεπτή περιοχή, ανάμεσα στο οικείο και το απροσδόκητο, στο comfort και στη λεπτοδουλεμένη γαστρονομία.

Και κάπου εκεί η θεωρία παύει να είναι θεωρία, γιατί έρχεται το ψωμί.

Botargo - Food & Drinks

Πηγή φωτογραφίας: https://www.foodanddrinks-expo.gr/botargo/

Η αφή αρχίζει από το ψωμί

Ένα καλά σχεδιασμένο γεύμα γνωρίζει ότι το πρώτο ουσιαστικό μήνυμα δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι περίπλοκο. Το προζυμένιο ψωμί του Botargo φτάνει στο τραπέζι κομμένο σε γενναιόδωρα κομμάτια, με δυνατή κόρα και πορώδη ψίχα. Δίπλα του, το ελαιόλαδο δεν λειτουργεί ως τυπική συνοδεία, αλλά ως μικρό αυτόνομο πιάτο. Στο δικό μας τραπέζι εμφανίστηκε σαν μια πράσινη, αρωματική επιφάνεια γεμάτη ψιλοκομμένα μυρωδικά και μικρές πικάντικες νότες.

Εδώ ενεργοποιείται η αφή σχεδόν πριν από τη γεύση. Η κόρα σπάει κάτω από τα δάχτυλα, η ψίχα απορροφά το λάδι και οι διαφορετικές υφές συναντώνται πριν ακόμη το ψωμί φτάσει στο στόμα. Τα αρώματα των βοτάνων ανεβαίνουν καθώς το βουτάς στο ελαιόλαδο, ενώ η θερμοκρασία και η υφή δημιουργούν μια πολύ πιο σωματική επαφή με την πρώτη ύλη. Είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι η ελληνική γαστρονομία υπήρξε πολυαισθητηριακή πολύ πριν αποκτήσουμε τον όρο για να την περιγράψουμε.

Λευκό, πράσινο, οξύτητα

Ένα από τα ωραιότερα οπτικά στιγμιότυπα της βραδιάς είναι η βουβαλίσια stracciatella. Φτάνει μέσα σε μαύρο σκεύος, σχεδόν εκτυφλωτικά λευκή, με τα πράσινα σπαράγγια να σπάνε τη μονοχρωμία, σταγόνες ελαιολάδου να γυαλίζουν πάνω στην επιφάνεια και το sumac να αφήνει τα δικά του σκούρα, κόκκινα ίχνη. Η εικόνα είναι λιτή αλλά εξαιρετικά δυνατή, γιατί βασίζεται ακριβώς στην αντίθεση.

Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στο στόμα. Η stracciatella είναι απαλή, λιπαρή και σχεδόν αργή στην υφή της, ενώ το σπαράγγι διατηρεί την αντίστασή του. Το λεμόνι ανοίγει μια γραμμή οξύτητας μέσα από την κρεμώδη πυκνότητα του τυριού, το sumac προσθέτει τη χαρακτηριστική φρουτώδη του αιχμή και τα φρέσκα βότανα περνούν πρώτα από τη μύτη πριν ολοκληρωθούν στη γλώσσα. Η ισορροπία χτίζεται μέσα από αντιθέσεις: κρεμώδες απέναντι σε τραγανό, λευκό απέναντι σε πράσινο, πλούσιο απέναντι σε όξινο.

Αυτός ο μηχανισμός επανέρχεται σε αρκετές στιγμές του γεύματος. Η κουζίνα μοιάζει να ενδιαφέρεται πολύ για το πώς μια υφή μπορεί να διακόψει μια άλλη, πώς ένα όξινο στοιχείο μπορεί να επαναφέρει τη φρεσκάδα και πώς η θερμοκρασία ενός συστατικού μπορεί να αλλάξει την εμπειρία ολόκληρης της μπουκιάς.

Η θάλασσα χωρίς φολκλόρ

Το crudo είναι ίσως το πιάτο που μεταφέρει περισσότερο την αίσθηση της θάλασσας στο τραπέζι χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα από τα συνηθισμένα τουριστικά κλισέ. Λεπτές φέτες ωμού ψαριού απλώνονται σε ένα βαθύ λευκό πιάτο, μέσα σε ένα φωτεινό πράσινο, ελαιώδες περιβάλλον. Το κόκκινο κρεμμύδι, οι μικρές εκρήξεις εσπεριδοειδών, τα βότανα και οι οξείες νότες μετατρέπουν το plating περισσότερο σε τοπίο παρά σε σύνθεση υλικών.

Το σημαντικό όμως βρίσκεται στην καθαρότητα της γεύσης. Το ψάρι δεν σκεπάζεται από την οξύτητα και τα αρωματικά στοιχεία. Αντίθετα, αυτά λειτουργούν σαν ενισχυτές. Το κρύο της σάρκας, η αλμυρότητα, τα βότανα, η πιπερόριζα και οι πράσινες νότες δημιουργούν μια αίσθηση φρεσκάδας που λειτουργεί σχεδόν ως reset της παλέτας. Είναι μια από εκείνες τις στιγμές όπου η θερμοκρασία ενός πιάτου γίνεται τόσο σημαντική όσο και η ίδια η γεύση.

Και αυτή η μετάβαση είναι ουσιαστική, γιατί το γεύμα αρχίζει πλέον να κινείται από το ωμό προς το ψημένο, από την καθαρότητα προς τη μεγαλύτερη πυκνότητα και από τη θάλασσα προς τη γη.

Ένα πιάτο που μυρίζει Ελλάδα χωρίς να προσπαθεί

Αν υπήρχε ένα πιάτο από όσα δοκιμάσαμε που να συμπυκνώνει με ιδιαίτερη ακρίβεια τη φιλοσοφία του Botargo, αυτό θα μπορούσε να είναι η τσιπούρα. Το φιλέτο φτάνει με την πέτσα τραγανή και γυαλισμένη από το ψήσιμο, πάνω από ρεβίθια, ελιές Καλαμών και μυρωδικά, μέσα σε μια φωτεινή σάλτσα εσπεριδοειδών. Ένα πράσινο αρωματικό λάδι κινείται ανάμεσα στα όσπρια και δημιουργεί στο πιάτο σχεδόν ζωγραφική αντίθεση.

Εδώ η επιτυχία βρίσκεται στο γεγονός ότι τίποτα δεν είναι άγνωστο. Το ρεβίθι, η ελιά, το ψάρι και τα μυρωδικά θα μπορούσαν να υπάρχουν σε μια ελληνική οικογενειακή κουζίνα. Αυτό που αλλάζει είναι η αναλογία, η τεχνική, η ακρίβεια και ο τρόπος με τον οποίο κάθε στοιχείο αποκτά χώρο για να ακουστεί. Το ρεβίθι δίνει γήινη πυκνότητα και ελαφριά γλυκύτητα, η ελιά χτυπά με αλμυρή ένταση, ενώ το εσπεριδοειδές φωτίζει ολόκληρη τη σύνθεση και εμποδίζει το πιάτο να γίνει βαρύ.

Και μετά υπάρχει ο ήχος. Εκείνο το στιγμιαίο σπάσιμο της πέτσας του ψαριού όταν συναντά το πιρούνι και ύστερα το στόμα. Μια τόσο μικρή λεπτομέρεια, αλλά καθοριστική σε ένα multisensory δείπνο. Η ιδέα της μοναστηριακής λιτότητας παύει εδώ να χρειάζεται οποιαδήποτε θεωρητική εξήγηση. Βρίσκεται μέσα σε υλικά απλά και αναγνωρίσιμα, τα οποία έχουν μεταμορφωθεί χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους.

Από το νερό στη φωτιά

Η συνέχεια αλλάζει εντελώς τον αισθητηριακό τόνο. Το κρέας εμφανίζεται ήδη κομμένο, αποκαλύπτοντας αμέσως το ρόδινο εσωτερικό του και την καραμελωμένη, ψημένη επιφάνειά του. Η εικόνα γίνεται πιο γήινη και πιο σωματική. Δίπλα του, χρυσαφένιες πατάτες, ψημένες επιφάνειες, τραγανά στοιχεία και βαθύτερα αρώματα σηματοδοτούν ότι έχουμε φύγει πλέον από την καθαρότητα της θάλασσας και έχουμε περάσει στη φωτιά.

Η γευστική ένταση αλλάζει κατεύθυνση. Η οξύτητα δίνει τη θέση της στο Maillard, στο λίπος και στην καπνισμένη αίσθηση του ψημένου κρέατος. Το πιάτο αποκτά περισσότερο βάρος στο στόμα, χωρίς όμως να γίνεται άχαρο. Οι διαφορετικές υφές κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό και τα συνοδευτικά λειτουργούν σαν μικρές αντιστάσεις απέναντι στην πλούσια λιπαρότητα του κρέατος.

Υπάρχει κάτι σχεδόν πρωτόγονο στην απόλαυση ενός σωστά ψημένου κομματιού κρέατος και το ενδιαφέρον στο Botargo είναι ότι, παρά την αρχιτεκτονική κομψότητα και τη λεπτομέρεια του plating, αυτή η σωματικότητα δεν αποστειρώνεται. Παραμένει εκεί. Η κουζίνα δεν προσπαθεί να κάνει το κρέας υπερβολικά διανοητικό. Το αφήνει να είναι απολαυστικό.

Το κρασί ως αρωματική γέφυρα

Στο τραπέζι μας ήρθε η Idylle d’Achinos 2024 του La Tour Melas, ένα ελληνικό rosé από Grenache Rouge, Syrah και Αγιωργίτικο. Το απαλό ροδακινί χρώμα του έμοιαζε σχεδόν να συνομιλεί με την παλέτα της βραδιάς, από τα Aperol που είχαν προηγηθεί μέχρι τις πορτοκαλί και ροζ αποχρώσεις που επανέρχονταν στα πιάτα.

Το κρασί λειτουργεί όμορφα μέσα σε ένα τέτοιο μενού όχι μόνο οινικά, αλλά και αισθητηριακά. Οι φρουτώδεις και εσπεριδοειδείς νότες του βρίσκουν σημεία επαφής με το crudo και την τσιπούρα, ενώ η οξύτητα καθαρίζει την παλέτα μετά από πλουσιότερες και πιο κρεμώδεις υφές. Κάπως έτσι το ποτήρι παύει να αποτελεί συνοδευτικό αντικείμενο. Γίνεται μια αρωματική γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικά κεφάλαια του γεύματος.

Και είναι ίσως αυτή η ροή που έχει μεγαλύτερη σημασία από οποιοδήποτε μεμονωμένο pairing. Η εμπειρία δεν μοιάζει με σειρά ανεξάρτητων πιάτων. Υπάρχει μια αίσθηση μετάβασης, σαν κάθε προηγούμενη γεύση να προετοιμάζει την επόμενη.

Το γλυκό δεν έρχεται απλώς. Παρουσιάζεται.

Το Basque cheesecake αποτελεί μία από τις πιο κινηματογραφικές στιγμές της βραδιάς. Φτάνει αρχικά σχεδόν γυμνό, με τη βαθιά καραμελωμένη κορυφή του να αγκαλιάζει μια παχιά, υπόλευκη, κρεμώδη καρδιά. Και ύστερα έρχεται η σάλτσα, όχι ήδη τοποθετημένη στο πιάτο, αλλά για να ολοκληρώσει το επιδόρπιο μπροστά σου.

Το έντονο πορτοκαλί της πέφτει αργά πάνω από την ψημένη επιφάνεια, γλιστρά προς την κρέμα και καταλήγει στο πιάτο. Το passion fruit και το βερίκοκο φέρνουν μια οξύτητα που διαπερνά τη λιπαρότητα και τη γλυκύτητα του cheesecake, μετατρέποντας κάθε κουταλιά σε παιχνίδι ανάμεσα στο καμένο, στο κρεμώδες, στο φρουτώδες και στο όξινο.

Αυτή η μικρή tableside κίνηση έχει σημασία γιατί δίνει χρόνο στο πιάτο. Υπάρχει η εικόνα πριν από τη σάλτσα και η εικόνα μετά. Υπάρχει η κίνηση, η προσμονή, το άρωμα του φρούτου και ύστερα η πρώτη κουταλιά. Το επιδόρπιο παύει να αποτελεί απλώς ένα τελικό προϊόν και αποκτά τη δική του μικρή τελετουργία.

Η σκοτεινή πλευρά του φινάλε

Η Chocolate Bar 70%, αντίθετα, δεν επιδιώκει καθόλου την αίσθηση ελαφρότητας. Είναι το βαθύτερο, πιο σκοτεινό κεφάλαιο του γεύματος, με σοκολάτα, coffee ganache, φουντούκι, τραγανά στοιχεία και παγωτό σοκολάτας να κινούνται μέσα στην ίδια πυκνή γευστική οικογένεια.

Οπτικά, το γλυκό μοιάζει σχεδόν αρχιτεκτονικό. Οι λεπτές σοκολατένιες πλάκες υψώνονται από τη βάση και δημιουργούν διαφορετικά επίπεδα, οι μικρές κορυφές κρέμας επαναλαμβάνονται ρυθμικά και το παγωτό βρίσκεται δίπλα τους σαν μια ψυχρή, μαλακή εκδοχή της ίδιας γευστικής ιδέας. Στο στόμα, το κακάο συναντά τον καφέ και τον ξηρό καρπό, ενώ το τραγανό συγκρούεται με το κρεμώδες και το κρύο με το πιο πυκνό.

Είναι ένα επιδόρπιο που δεν προσπαθεί να σε ξεκουράσει στο τέλος του δείπνου. Επιλέγει να αφήσει μια έντονη τελευταία εντύπωση. Και κάπου ανάμεσα στα διαφορετικά γλυκά, το παγωμένο φινάλε με φιστίκι προσφέρει μια πιο φωτεινή και καθαρή νότα, σαν μικρή παύση μετά το βάθος της σοκολάτας.

Η γαστρονομία ως συνολική σκηνοθεσία

Αυτό που κάνει τελικά το Botargo ενδιαφέρον δεν είναι απλώς η αναφορά στο Βυζάντιο, ούτε το γεγονός ότι βρίσκεται μέσα σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, ούτε τα φωτογενή πιάτα και ο εντυπωσιακός σχεδιασμός του χώρου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά προσπαθούν να μιλήσουν την ίδια γλώσσα.

Η μοναστηριακή αναφορά της αρχιτεκτονικής συνομιλεί με τη λιτότητα πολλών πρώτων υλών. Τα κεραμικά των πιάτων βρίσκουν οπτικές συγγένειες με τα αντικείμενα που φωτίζονται στις κόγχες. Τα πράσινα αρωματικά λάδια επαναλαμβάνουν τα βότανα, τα φυτά και τις οργανικές λεπτομέρειες του χώρου. Οι θερμές γήινες αποχρώσεις του interior επιστρέφουν στις ψημένες επιφάνειες του κρέατος, στις πατάτες, στο ψωμί και στην καραμελωμένη κορυφή του cheesecake.

Ακόμη και ο ρυθμός του service εντάσσεται σε αυτήν τη σκηνοθεσία. Η παρουσία είναι διακριτική, χωρίς να γίνεται απόμακρη. Το τραπέζι διατηρεί τον δικό του χώρο και χρόνο, ενώ σε συγκεκριμένες στιγμές, όπως στο σερβίρισμα του επιδορπίου, η κίνηση του προσωπικού γίνεται μέρος της ίδιας της εμπειρίας. Δεν χρειάζονται θεατρικές υπερβολές. Η εικόνα, η κίνηση και η προσμονή αρκούν.

Και ίσως αυτή είναι τελικά η λέξη που εξηγεί καλύτερα ολόκληρη τη βραδιά: μετάβαση. Από την πόλη στην εσωστρέφεια, από το φως στη σκιά, από το ωμό στο ψημένο, από τη θάλασσα στη γη, από την οξύτητα στη βαθιά γλυκύτητα. Από το πρώτο ποτήρι Aperol στο απαλό ροζ ενός ελληνικού κρασιού. Από το τραγανό προζυμένιο ψωμί στην κρεμώδη stracciatella. Από την καθαρή σάρκα του ψαριού στη θερμή ένταση του κρέατος και από εκεί στο πορτοκαλί passion fruit που κυλά πάνω στο cheesecake.

Όταν λοιπόν η βραδιά τελειώνει, αυτό που μένει δεν είναι μόνο η ανάμνηση συγκεκριμένων γεύσεων. Θυμάσαι το φως πάνω στο μακρύ τραπέζι και την επανάληψή του στους καθρέφτες. Θυμάσαι τα κεραμικά μέσα στις φωτισμένες κόγχες. Το πράσινο λάδι γύρω από ένα λευκό πιάτο, τον ήχο της κόρας του ψωμιού, το τραγανό δέρμα του ψαριού, το ροζ κέντρο του κρέατος, το χρώμα του κρασιού μέσα στο ποτήρι και τη σάλτσα να κυλά αργά πάνω στο cheesecake.

Και τελικά θυμάσαι κάτι ακόμη πιο δύσκολο να περιγραφεί. Εκείνη τη χαρακτηριστική ικανότητα της Θεσσαλονίκης να αφήνει διαφορετικές εποχές να συνυπάρχουν χωρίς να ακυρώνει η μία την άλλη. Να παίρνει το ιστορικό της βάθος και αντί να το τοποθετεί πίσω από γυαλί, να το μετατρέπει σε έναν απολύτως σύγχρονο τρόπο ζωής.

Στο Botargo, αυτό ακριβώς συμβαίνει στο τραπέζι. Η πόλη δεν σερβίρεται ως ιστορία, αλλά ως ένα σύνολο από φως, άρωμα, αφή, ήχο και γεύση.

Σερβίρεται ως αίσθηση.

Ζήστε την εμπειρία Botargo

Αν η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που αξίζει να τη βιώνεις με όλες τις αισθήσεις, το Botargo είναι ένας από τους τρόπους να την ανακαλύψεις διαφορετικά. Στην καρδιά της πόλης, μέσα στο MonAsty Thessaloniki, Autograph Collection, η σύγχρονη ελληνική γαστρονομία συναντά τη βυζαντινή μνήμη, το design και την τελετουργία του δείπνου. Κλείστε το τραπέζι σας και αφήστε τη Θεσσαλονίκη να σας αποκαλυφθεί μέσα από τη γεύση.

BOTARGO Restaurant | MonAsty Thessaloniki, Autograph Collection
📍 Βασιλέως Ηρακλείου 45, 546 23 Θεσσαλονίκη
📞 Κρατήσεις Botargo: +30 231 440 0040
☎️ MonAsty: +30 2310 274545
✉️ Email: info@monastyhotel.com
🌐 Website: monastyhotel.com – Botargo Restaurant
📸 Instagram Botargo: @botargo.restaurant
📸 Instagram MonAsty: @monasty.hotel
📘 Facebook: MonAsty, Thessaloniki, Autograph Collection
🏨 MonAsty Thessaloniki: Autograph Collection by Marriott Bonvoy