Αθήνα → Σπάρτη → Μυστράς
[μια διαδρομή που τεντώνεται σαν λεπτή χρυσή κλωστή προς τον νότο]
Στον Κηφισό, τα συστήματα αναχωρήσεων αναβοσβήνουν σαν χρυσαφένιες πινακίδες που δίνουν ρυθμό στην αρχή κάθε ταξιδιού. Ο πίνακας αλλάζει γραμμή-γραμμή, οι επιβάτες σηκώνουν το βλέμμα, και για μια στιγμή το φως πάνω στην πόλη «ΣΠΑΡΤΗ» μοιάζει με μικρό κάλεσμα.
Ο ήχος από τις αναχωρήσεις — εκείνο το ‘ντιν’ που κόβει τον αέρα σαν λεπτή καμπάνα — γεμίζει τη σάλα. Κάποιος τελειώνει βιαστικά τον καφέ του, ένα ζευγάρι δένει τα κασκόλ του, μια παρέα συζητά ψιθυριστά τα πλάνα της. Μικρές ιστορίες που ξεκινούν παράλληλα, όλες κάτω από το ίδιο φως, μπροστά στην ίδια πόρτα του λεωφορείου.
Η Σία και ο Κώστας βρίσκουν τις θέσεις τους στο παράθυρο. Το λεωφορείο ξεκινά με μια απαλή ώθηση και η πόλη πίσω μαζεύεται — σαν ύφασμα που διπλώνεται. Ο δρόμος που αφήνει πίσω του την Αθήνα και κυλά προς τη Λακωνία ανοίγεται μπροστά τους σαν γέφυρα ελευθερίας∙ μια αργή, χειμωνιάτικη μετάβαση από τον θόρυβο της πόλης στον παλμό ενός τόπου που ανασαίνει ιστορία και πριν καλά-καλά το καταλάβουν, η Αττική αφήνει τη θέση της στις πρώτες πλαγιές της Πελοποννήσου.
Στη στροφή μετά την Τρίπολη, το λεωφορείο περνά σε μια ζώνη όπου το φως γίνεται διαφορετικό… το χειμερινό, καθαρό φως της Λακωνίας. Βουνά που μοιάζουν σχεδόν βυζαντινά — αυστηρά, πέτρινα, σμιλεμένα με ιστορία.
Και τότε, μετά τη Σπάρτη, ο Μυστράς εμφανίζεται σαν σκηνικό ταινίας:
η καστροπολιτεία χτισμένη στο βράχο, να κοιτάζει τον κάμπο σαν να φυλάει ακόμα πέτρινα μυστικά.
Κατεβαίνουν από το λεωφορείο και ο αέρας μυρίζει κάτι γνώριμο: κρύο που έχει ταξιδέψει από κορυφές, καμένο ξύλο από τα τζάκια, και λίγο χώμα βρεγμένο από τη νυχτερινή υγρασία.
Στο πρώτο καφενείο του χωριού, ο κυρ-Αντώνης τους υποδέχεται με φωνή που έχει το βάρος και τη ζεστασιά του τόπου.
«Να πάρετε κάτι ζεστό, παιδιά. Ο Μυστράς θέλει στομάχι γεμάτο.»
Φέρνει δύο φλυτζάνια με ζεστό τσάι του βουνού και λίγη πορτοκαλόπιτα «να γλυκάνει ο δρόμος».
Στο ξενοδοχείο, η πέτρα συναντά το ξύλο. Το δωμάτιο μυρίζει σαν μικρή αγκαλιά: καθαρά σεντόνια, θέα προς τον βράχο του κάστρου, μια ξυλόσομπα που σιγοκαίει. Η Σία ακουμπά τον σάκο της στο πάτωμα, ο Κώστας ανοίγει το παράθυρο, και ο χειμωνιάτικος αέρας μπαίνει σαν ανάσα άλλης εποχής.
Ανεβαίνουν το μονοπάτι προς την Άνω Πόλη. Οι πέτρες είναι βρεγμένες, ο ήχος των βημάτων τους ακούγεται καθαρά. Η ομίχλη ανεβαίνει από τα δέντρα σαν σιωπηλή κουρτίνα που ανοίγει σιγά-σιγά.
Στη Μονή του Αγίου Γεωργίου, η καμπάνα χτυπά απαλά — δύο, τρεις φορές — σαν να καλωσορίζει όχι ανθρώπους αλλά ψυχές ταξιδιωτών.
Οι τοιχογραφίες, με τα ξεθωριασμένα χρώματα, μοιάζουν να βλέπουν τον επισκέπτη στα μάτια.
Ένας καλόγερος περνά αθόρυβα και τους προσφέρει λίγο ρόφημα:
«Έτσι το συνηθίζουμε εδώ πάνω. Να ζεσταίνεται ο άνθρωπος.»
Στιγμές και γεύσεις του τόπου
Το βράδυ, τους οδηγεί το κρύο σε μια μικρή, χουχουλιάρικη ταβέρνα· μια φωλιά φωτός μέσα στο σκοτάδι, που μοσχοβολάει καμένο ξύλο, δεντρολίβανο και το απαλό τσίκνισμα της φωτιάς.
Σιγά σιγά, η κυρα-Ευγενία αρχίζει να στρώνει το τραπέζι τους με τους μικρούς θησαυρούς του τόπου:
• κοκκινιστό αγριογούρουνο με μακαρούνες, βαρύ σαν ιστορία και τρυφερό σαν εξομολόγηση,
• λαλάγγια που ακόμα τσιτσιρίζουν από το τηγάνι, μυρίζοντας γιορτή,
• χωριάτικη φάβα με καραμελωμένο κρεμμύδι, γλυκιά σαν ήσυχη κουβέντα στο τέλος της μέρας,
• μια καρυδόπιτα που μοσχοβολά τόσο βαθιά, που κάνει το δωμάτιο να ζεσταίνεται όπως η καρδιά μπροστά σε αναμμένο τζάκι.


Κι ενώ ο αχνός της γλυκιάς ζύμης μπλέκεται με το άρωμα των ξύλων, ο άντρας της —ο κύρ-Λευτέρης, ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας— κάθεται δίπλα τους και αρχίζει να ξετυλίγει ιστορίες για τα Παλαιολόγεια Σκιρτήματα, για το κάστρο και για τα χρόνια που ο τόπος ανέπνεε από τα χέρια των αγροτών. Η φωνή του έχει εκείνο το αργό, ζεστό βάρος που μόνο τα χωριά κρατούν, σαν να στάζει μέλι από το στόμα του χειμώνα.
Το βράδυ, περπατούν πίσω στο ξενοδοχείο. Ο αέρας κόβει λίγο, αλλά έχει μέσα του μια γλυκύτητα — σαν να κρατάει τον ήχο από τα βήματα της ιστορίας που δεν έφυγαν ποτέ.
Η Σία σφίγγει το χέρι του Κώστα.
«Εδώ νιώθεις… πως κάτι σε φροντίζει», λέει.
Και ο Κώστας νιώθει μια γλυκιά ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά· Μια αόρατη θαλπωρή … σαν να τον αγκαλιάζει ο τόπος. Σαν να τον αγκαλιάζει ο Μυστράς.
Μυστράς — εκεί όπου ο χειμώνας έχει μνήμη, και η μνήμη ζεσταίνει την καρδιά.







