Τρίκαλα Κορινθίας Χειμωνιάτικη ανάσα βουνού, ζεστή σαν σπίτι**

 

Αθήνα → Ξυλόκαστρο → Τρίκαλα Κορινθίας

Η Μαρία τυλίγει το κασκόλ γύρω από το πρόσωπό της και ρίχνει μια ματιά στον Μάνο. Εκείνος της κλείνει το μάτι — μικρή συμφωνία, υπόσχεση ότι η μέρα θα είναι δική τους.

Στον Κεντρικό Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων Κηφισού, οι οθόνες των αναχωρήσεων λούζουν τον χώρο με ένα ψυχρό, μπλε φως∙ ένα φως που μοιάζει να κρατά την ανάσα του πριν από την εκκίνηση. Κάθε γραμμή, κάθε αριθμός λεωφορείου, κάθε προορισμός — Αθήνα, Ξυλόκαστρο, Τρίκαλα Κορινθίας — ψιθυρίζει τη δική του υπόσχεση φυγής, σαν να ανοίγει μια μικρή χαραμάδα στον χάρτη του ταξιδιού.

Οι πίνακες ανανεώνονται αδιάκοπα, και η φωνή της γυναίκας στις ανακοινώσεις πέφτει στον αέρα καθαρή, λιτή, σχεδόν καθησυχαστική. Είναι η σταθερή μελωδία που κρατά τον ρυθμό της αναχώρησης, ενώ δεκάδες βλέμματα ανεβοκατεβαίνουν στις αλλαγές των δρομολογίων.

Μια παρέα γελάει χαμηλόφωνα πάνω από ένα τραπεζάκι. Μια μοναχική κούπα καφέ αχνίζει στα χέρια κάποιου επιβάτη που σκέφτεται σιωπηλά την επόμενη μέρα του.

Κάποιος άλλος μετράει προσεκτικά τις αποσκευές του, σαν να προσπαθεί να βάλει σε τάξη όλα όσα αφήνει πίσω.

Και μέσα σε όλα αυτά, μια λεπτή, σχεδόν αόρατη ένταση γεμίζει τον χώρο. Η αρχή του ταξιδιού δεν είναι πια προσμονή — είναι ήδη εδώ, ζωντανή, σαν παλμός που χτυπά λίγο πιο γρήγορα από το κανονικό.

Όταν το λεωφορείο αφήνει πίσω την πόλη και στρίβει στον ορεινό δρόμο, η αίσθηση αλλάζει αμέσως. Η ευθεία της εθνικής δίνει τη θέση της σε φιδίσιο μονοπάτι ανάμεσα σε έλατα και πεύκα.

Ο αέρας μυρίζει υγρασία και πεύκο, οι στροφές ανοίγουν νέες κορφές, νέες πλαγιές που γίνονται εικόνες μέσα στα μάτια τους. Το όρος Κυλλήνη (Ζήρια) απλώνεται γύρω τους, και κάθε στροφή γεμίζει με την υπόσχεση ησυχίας.

Λίγα λεπτά πριν φτάσουν στο χωριό, μια λεπτή ομίχλη αγκαλιάζει τα δέντρα. Τα Τρίκαλα εμφανίζονται μπροστά τους σαν μια σκηνή γεμάτη ζεστασιά: πέτρινα σπίτια, ξύλινα μπαλκόνια, φωτισμένα παράθυρα πίσω από κουρτίνες. Ο χρόνος εδώ δεν τρέχει· ανασαίνει.

Στο καφενείο των Άνω Τρικάλων, ο Γιώργος φέρνει μπροστά τους μια κούπα ζεστό ζωμό και ψωμί:

«Να ζεσταθείτε», λέει με ένα χαμόγελο που ζεσταίνει περισσότερο και από τη σούπα.

Λίγο πιο πάνω, από μια ανοιχτή πόρτα, η μυρωδιά από καμένο ξύλο και βότανα απλώνεται στον αέρα. Μια γιαγιά ανακατεύει το τσουκάλι της, χωρίς να τους κοιτάει, αλλά η παρουσία της γεμίζει τον χώρο με στοργή.

Η φιλοξενία στα Τρίκαλα δεν είναι χειρονομία. Είναι τρόπος ζωής, φυσικός και αληθινός.

 

Στιγμές και γεύσεις του τόπου

Σε ταβέρνες όπου τα τζάκια σιγοκαίνε και μυρίζουν καμένο ξύλο, δοκιμάζουν κόκορα κρασάτο, ζεστή γίδα, πίτες με τυρί και χόρτα, τραχανά που αχνίζει και ζυμωτό ψωμί από ξυλόφουρνο.

 

Και τότε, σαν να διαβάζει τη σκέψη τους, ο ταβερνιάρης πλησιάζει χαμογελώντας και προτείνει:
«Για γλυκό, να σας φέρω τηγανίτες με μέλι και καρύδι; Ή προτιμάτε την καρυδόπιτα; Είναι ζεστή μόλις βγήκε…»

Κάθε πρόταση ακούγεται σαν φροντίδα. Κάθε μπουκιά σαν μικρή ανταμοιβή μετά το κρύο του βουνού.

Μετά το γεύμα, παίρνουν το μονοπάτι που ανεβαίνει στο ύψωμα. Εκεί, ανάμεσα σε έλατα και πέτρες, βρίσκεται η Μονή Αγίου Βλασίου, το σημαντικότερο αξιοθέατο του τόπου. Στέκονται εκεί, αφήνουν τη σιωπή να γεμίσει το στήθος τους, το κερί να ζεστάνει τα δάχτυλα, και το βλέμμα να χάνεται στο δάσος που απλώνεται τριγύρω.

Η ησυχία του βουνού γίνεται μέρος τους, αργή, βαθιά, αληθινή.

Το βράδυ επιστρέφουν στο χωριό. Τα φώτα των σπιτιών τρεμοπαίζουν πίσω από τα παράθυρα, σαν μικρές ανάσες μέσα στο κρύο. Οι δρόμοι απλώνονται μπροστά τους σαν μαλακή, λευκή κουβέρτα από χιόνι, και κάθε βήμα ακούγεται πιο γλυκό, πιο ανάλαφρο.

Ο τόπος γύρω τους ξυπνά με έναν τρόπο μόνο δικό του: ψίθυροι από τις αυλές, σκόρπια γέλια που περνούν μέσα από τα στενά, μια φωνή που καλεί κάποιον μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο. Κάπου βαθιά, ένα τζάκι σιγοκαίει και ο καπνός του μυρίζει θαλπωρή.

Δεν χρειάζονται πολλά. Μόνο ένα ζεστό πιάτο στο τραπέζι, ένα τσιπουράκι που ροδίζει για λίγο τα μάγουλα, ένα μονοπάτι που τους οδηγεί πάντα πίσω εδώ. Και πάνω απ’ όλα, την αίσθηση πως κάποιος όντως τους περίμενε — σε αυτή την κορυφή του βουνού όπου η σιωπή γίνεται συντροφιά και η νύχτα χωράει όλη τη θαλπωρή του κόσμου.

 

Τρίκαλα Κορινθίας ! Να τα ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις, να σε αγκαλιάσουν, να σε ζεστάνουν, να σου θυμίσουν τι σημαίνει χειμώνας στο βουνό.