Της Ιωάννας Μυταυτσή, PhDc – Συντονίστρια Θεματικής Ενότητας Ειδικών Μορφών Τουρισμού, Γραμματεία Παραγωγικών Φορέων & Επιχειρηματικότητας, Ν.Δ. – Πρόεδρος Alumni Association Master in Tourism & Local Development, AUTH

Υπάρχει ένα είδος ταξιδιού που αναζητά την σκιά και όχι το φως. Ένα ταξίδι που σε πάει εκεί όπου η ζωή κάποτε τελείωσε με βίαιο τρόπο. Ένα ταξίδι που το κάνεις όχι για να ξεχάσεις αλλά για να θυμηθείς. Είναι ίσως, το πιο ανθρώπινο ταξίδι από όλα.
Στον σύγχρονο κόσμο, συναντάται ένα μάλλον παράδοξο φαινόμενο. Αυξάνονται οι ταξιδιώτες που έλκονται να επισκέπτονται τόπους όπου το αποτύπωμα ενός τραγικού γεγονότος είναι εμφανές. Αυτή η μορφή περιήγησης, που ονομάστηκε dark tourism – σκοτεινός τουρισμός, περιγράφει κάτι που οι άνθρωποι έκαναν πάντα, να επισκέπτονται πεδία μαχών, τάφους, φυλακές και τόπους μαρτυρίου. Ο σκοτεινός τουρισμός είναι ένα ευρύ φάσμα που ξεκινά από μια επίσκεψη σε ένα μουσείο ολοκαυτώματος έως και την αναζήτηση της ιστορικής μελαγχολίας μέσα από μια περιήγηση σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε περιοχές που σημειώθηκε καθολική καταστροφή.
Η απάντηση στο προφανές ερώτημα, γιατί οι άνθρωποι έλκονται από την υπενθύμιση της ανθρώπινης ευαλωτότητας, δεν είναι απλή. Οι συνειδητοποιημένοι ταξιδιώτες δεν είναι επιφανειακοί αναζητητές συγκινήσεων που θέλγονται από τη θέαση του μακάβριου. Αντίθετα, αναζητούν μια βαθύτερη ιστορική κατανόηση του γεγονότος και παράλληλα είναι και μια στιγμή αναστοχασμού πάνω στη δική τους θνητότητα. Σε μια εποχή που κρατά ενοχική στάση απέναντι στον θάνατο, που συνηθίζει να τον κρύβει πίσω από κλειστές πόρτες, η επίσκεψη σε τέτοιους τόπους λειτουργεί ως μία ευκαιρία για να αντικρίσουμε το αναπόφευκτο. Σε καμία περίπτωση δεν είναι φυγή από τη ζωή. Ο σκοτεινός τουρισμός είναι μια έμμεση συνάντηση με τη ζωή, απλά μέσα από τον θάνατο των άλλων.
Σήμερα, ο καταναλωτισμός, η τεχνολογία και η ακόρεστη ανάγκη για προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συχνά δημιουργούν έναν ηθικό πανικό. Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και στην εμπορευματοποίησή της, ανάμεσα σε μια περιήγηση εκπαιδευτικού χαρακτήρα και σε μια περιήγηση που μετατρέπει τον πόνο σε καταναλωτικό θέαμα, υποβιβάζοντας μαρτυρικούς τόπους σε τουριστικό σκηνικό και “selfie spots”. Η ευθύνη είναι στους διαχειριστές αυτών των τόπων, της λεγόμενης «δύσκολης κληρονομιάς», οι οποίοι καλούνται να διαμορφώσουν ένα αφήγημα που δεν εργαλειοποιεί την τραγωδία, αλλά την εντάσσει στο πλαίσιο της ιστορικής αλήθειας και της ενσυναίσθησης, ισορροπώντας έτσι τη μνήμη με τις ανάγκες των τουριστών. Όσο δε αφορά τους τόπους θρησκευτικής λατρείας όπου το σκοτεινό παρελθόν είναι μέρος της ιστορίας τους, η ευθύνη να μην πληγεί η ιερότητα των μνημείων αλλά και η μνήμη των θυμάτων είναι εξαιρετικής σημασίας.
Σε ένα άκρως ανταγωνιστικό παγκόσμιο τουριστικό περιβάλλον, όπου οι προορισμοί αναζητούν τη διαφοροποίηση και πολλές φορές επινοούν «αυθεντικές εμπειρίες», η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα σπάνιο, εγγενές συγκριτικό πλεονέκτημα που την κάνει να ξεχωρίζει. Η πόλη, χωρίς να το διεκδικεί ποτέ ρητά ή να το προβάλλει τουριστικά, αποτελεί ιδανικό παράδειγμα για να κατανοήσει κανείς ολόκληρο το φάσμα του σκοτεινού τουρισμού και μπορεί να σταθεί και να αναμετρηθεί με δημοφιλείς «σκοτεινούς» προορισμούς του εξωτερικού. 
Αυτό που κάνει τη Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η έκταση του τραύματός της αλλά και η ποικιλομορφία της βίας που υπέστη και που αυτό συν διαμόρφωσε τη σημερινή της ταυτότητα. Στην ιστορία των 2500 χρόνων της, το τραύμα της πόλης δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο σκοτεινό κεφάλαιο. Η Θεσσαλονίκη ένιωσε τη βία της εξουσίας και την αυτοκρατορική καταστολή, το 390 μ.Χ, στην Πλατεία Ιπποδρομίου, όταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ διέταξε τη σφαγή πολλών χιλιάδων ανυποψίαστων πολιτών. Αιώνες αργότερα, ο καταστροφικός σεισμός του 1978 γκρέμισε την πολυκατοικία που βρισκόταν χτισμένη ακριβώς πάνω στα ερείπια του αρχαίου Ιπποδρόμου, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι η πόλη χτίζεται πάνω στα χαλάσματα του ίδιου της του τραύματος.
Έζησε βία θρησκευτική και κοινωνική, όταν κατά την αιματηρή καταστολή του κινήματος των Ζηλωτών, το εσωτερικό του Ιερού Ναού της Παναγίας της Αχειροποιήτου, ενός μνημείου που συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων της UNESCO, βάφτηκε με το αίμα των ίδιων των επαναστατών που σφαγιάστηκαν εκεί, παραβιάζοντας τα όρια ακόμη και των ιερότερων χώρων της πόλης.
Υπήρξε η βία του εγκλεισμού και της κρατικής καταστολής, μια ιστορία που γράφτηκε στα οχυρωματικά τείχη της πόλης. Ο Λευκός Πύργος, το μνημείο που αποτελεί τοπόσημο της Θεσσαλονίκης, υπήρξε για αιώνες φυλακή και τόπος εκτελέσεων, μένοντας γνωστός στην Οθωμανική περίοδο ως Κανλί Κουλέ (Πύργος του Αίματος). Στην προσπάθειά της να καμουφλάρει το τραύμα της, η πόλη, στα τέλη του 19ου αιώνα ασβεστώνει εξωτερικά τον Πύργο για να ξεπλύνει έτσι το αίμα των κρατουμένων. Ακολουθώντας την γραμμή των τειχών προς την Άνω Πόλη, η βία του εγκλεισμού συνεχίστηκε στον 20ό αιώνα στο Επταπύργιο (Γεντί Κουλέ). Το επιβλητικό φρούριο μετατράπηκε σε έναν «υγρό τάφο» κρατουμένων, ένα κολαστήριο βασανιστηρίων και εκτελέσεων που στοίχειωνε την πόλη μέχρι το 1989.

Όμως, η απόλυτη βία της οργανωμένης εξόντωσης γράφτηκε στο κέντρο της πόλης, στην Πλατεία Ελευθερίας το «Μαύρο Σάββατο» του 1942. Εκεί, η Θεσσαλονίκη υπέστη έναν βίαιο δημογραφικό και πολιτισμικό αφανισμό. Μια ολόκληρη κοινότητα, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, οδηγήθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλάζοντας οριστικά και αμετάκλητα τον ιστορικό χάρτη και την ταυτότητά της.
Στον ίδιο αιώνα, η πόλη σημαδεύτηκε και από τη βία του πολέμου. Τα Συμμαχικά Κοιμητήρια του Ζέιτενλίκ, αποτελούν τη μεγαλύτερη νεκρόπολη της Βαλκανικής Χερσονήσου και φιλοξενούν τους τάφους των συμμάχων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι μαρμάρινοι σταυροί στέκουν εκεί για να υπενθυμίζουν στον επισκέπτη τον παραλογισμό του πολέμου και αποτελούν μια ευκαιρία για ιστορικό αναστοχασμό αλλά και για συντήρηση της συλλογικής μνήμης.
Υπήρξε όμως και η σιωπηλή βία, η λιγότερο ορατή. Η βία της αναμονής, της καραντίνας, του εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτή που βίωσαν χιλιάδες ξεριζωμένοι πρόσφυγες το 1922 στα Απολυμαντήρια της Καλαμαριάς, εγκαταστάσεις όπου ο θάνατος δεν ήρθε ξαφνικά, αλλά σιγά σιγά, μέσα από την αρρώστια, τον τύφο και την εξάντληση.
Την πόλη σημάδεψαν και οι πολιτικές δολοφονίες που σημειώθηκαν σε δρόμους που σήμερα διασχίζουν ανυποψίαστοι οι περαστικοί, πηγαίνοντας για ψώνια ή για καφέ, δρόμους που αποτελούν μέρη και σημεία συνάντησης των κατοίκων. Η δολοφονία των Προξένων στο Διοικητήριο, η πολιτική δολοφονία του Βασιλέως Γεωργίου Α’ στη λεωφόρο της Βασιλίσσης Όλγας, οι δολοφονίες στο κέντρο της πόλης του Τάσου Τούση, του Γιάννη Ζεύγου στελέχους του ΕΑΜ, του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζόρτζ Πόλκ, αλλά και αυτή του βουλευτή Γρηγορίου Λαμπράκη. 
Όλα αυτά τα γεγονότα και πολλά ακόμα, συνέβησαν στον περιορισμένο αστικό χώρο και η Θεσσαλονίκη συνέχισε να λειτουργεί, να χτίζεται, να ζει πάνω στα ερείπιά της. Άλλωστε, οι πόλεις σπάνια αφήνουν τα τραύματά τους εκτεθειμένα. Τα σκεπάζουν με νέα κτίρια, νέους δρόμους, νέες κατασκευές. Είναι ο φυσικός μηχανισμός επιβίωσης κάθε πόλης, για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει.
Για την πόλη της Θεσσαλονίκης, ο σκοτεινός τουρισμός δεν είναι άλλος ένας κατάλογος αξιοθέατων προς επίσκεψη. Αντιθέτως, αυτό το είδος τουρισμού αποκτά την πραγματική του διάσταση δίνοντας την ευκαιρία ανάγνωσης της πόλης σε βάθος. Δεν δείχνει στον επισκέπτη «πού έγινε το κακό», σαν ένα ακόμη σημείο στον χάρτη. Τον βοηθά να καταλάβει γιατί αυτό το κακό εξακολουθεί να διαμορφώνει το πώς η πόλη βλέπει τον εαυτό της σήμερα, ποιους θυμάται και ποιους έχει ξεχάσει. Οι πιο σημαντικοί τόποι μνήμης δεν είναι πάντα οι πιο διάσημοι. Συχνά είναι εκείνοι που η ιστορία τους δεν χωράει εύκολα σε μία καρτ ποστάλ. Το τουριστικό πρόσωπο μιας πόλης αναζητά το φως, το μνημειώδες, το ιδανικό, αποστρέφοντας το βλέμμα από την άβολη αλήθεια. Μια καρτ ποστάλ μπορεί να αιχμαλωτίσει τη λαμπερή όψη ενός τοπίου ή ενός κτιρίου αλλά δεν μπορεί να αποτυπώσει την απουσία, τη σιωπή μιας καραντίνας, το τραύμα μιας δολοφονίας. Αυτοί οι τόποι, όπως η Θεσσαλονίκη, δεν προσφέρονται μόνο για μια γρήγορη, αναμνηστική ματιά. Απαιτούν από τον επισκέπτη να σταθεί και να αναμετρηθεί με το βάρος τους.
Τρεις κορυφαίοι λογοτέχνες της πόλης, της απέδωσαν τρεις διαφορετικούς χαρακτηρισμούς, συνθέτοντας το απόλυτο παλίμψηστο της ταυτότητάς της: ο Ν. Γ. Πεντζίκης την ονόμασε «Μητέρα Θεσσαλονίκη», ο Γιώργος Ιωάννου την αποκαλεί «Πρωτεύουσα των προσφύγων» και ο Μαρκ Μαζάουερ την αναφέρει ως «Πόλη των φαντασμάτων». Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει «σκοτεινή» ή «φωτεινή» Θεσσαλονίκη. Υπάρχει μόνο μία πόλη, που έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί. Γιατί, τελικά, για να αγαπήσεις και να κατανοήσεις πραγματικά αυτή την πόλη, πρέπει να αντέξεις να κοιτάξεις κατάματα όλα της τα πρόσωπα. Και ο σκοτεινός τουρισμός δεν είναι παρά η πρό(σ)κληση να το πράξουμε. Χωρίς φόβο, με απεριόριστο σεβασμό γιατί όταν τα τραύματα γίνονται σημεία μιας τουριστικής διαδρομής, τότε οφείλουμε να την περπατήσουμε σε σεβασμό και ευπρέπεια.










