ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΥΩΔΙΑ: Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος

 

Μια πόλη που συνομιλεί με την πίστη 

 

Ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος μιλά στην Λίλιαν Ψύλλα για την πνευματική ταυτότητα της πόλης, τη δύναμη των αισθήσεων, τη μνήμη της προσφυγιάς και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο προσκύνημα και την τουριστική εμπειρία. 

 

Υπάρχουν πόλεις στις οποίες η ιστορία επιβιώνει στα κτίρια. Και υπάρχουν πόλεις όπου εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής. 

Στη Θεσσαλονίκη, η πίστη δεν βρίσκεται μόνο στα μνημεία που ορίζουν τον αστικό της χάρτη. Υπάρχει στον ήχο μιας ψαλμωδίας που ξεφεύγει από την ανοιχτή πόρτα ενός ναού, στο φως των κεριών, στο άρωμα του θυμιάματος, στις εικόνες και στα κειμήλια που ταξίδεψαν μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, αλλά και στη βαθιά σχέση της ίδιας της πόλης με τους Αγίους της. 

Ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος γνωρίζει αυτή τη συνάντηση της πίστης με την πόλη και μέσα από τη δική του διαδρομή. Απόφοιτος της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ η σχέση του με τη βυζαντινή μουσική ξεκινά ήδη από τα νεανικά του χρόνια. Το 2023 εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.  

Στη συνέντευξή του στην Λίλιαν Ψύλλα για το GRtraveller, μιλά για μια Θεσσαλονίκη της οποίας η πνευματική ταυτότητα, όπως ο ίδιος τονίζει, δεν ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Μια πόλη αποστολική και βυζαντινή, αλλά ταυτόχρονα πόλη συναντήσεων, μετακινήσεων και διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων· μια ταυτότητα που, κατά τον ίδιο, οφείλει να παραμένει ανοιχτή στη «μαρτυρία, τη φιλοξενία και τον διάλογο».  

Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον αυτής της συζήτησης: όχι στο πώς μπορεί κανείς απλώς να δει τη θρησκευτική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης, αλλά στο αν μπορεί πραγματικά να τη βιώσει. 

 

Παναγιώτατε, ποια στοιχεία συνθέτουν σήμερα την πνευματική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης και ποια θέση κατέχει σε αυτήν η βαθιά σχέση της πόλης με τον πολιούχο της, Άγιο Δημήτριο; 

Η πνευματική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης δεν είναι ένα στοιχείο που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν ούτε μπορεί να περιοριστεί στα σπουδαία μνημεία και στην ιστορική διαδρομή της. Είναι μία πραγματικότητα ζωντανή, η οποία διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες από τη συνάντηση της πίστεως με την ιστορία, από την παρουσία των Αγίων, από τη λατρευτική ζωή, αλλά και από τις δοκιμασίες και τις αναζητήσεις των ανθρώπων της.  

Η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη με βαθιά αποστολική συνείδηση. Η παρουσία και το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, οι δύο επιστολές του προς τους Θεσσαλονικείς, οι μάρτυρες και οι άγιοί της, η βυζαντινή της παράδοση, η συμβολή της στη θεολογία και στον πολιτισμό, αλλά και η διαχρονική παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων συγκροτούν μία ιδιαίτερη πνευματική φυσιογνωμία. Ταυτόχρονα, όμως, η Θεσσαλονίκη υπήρξε πάντοτε πόλη συναντήσεων, μετακινήσεων και διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων. Γι’ αυτό και η πνευματική της ταυτότητα δεν μπορεί να είναι κλειστή και φοβική· οφείλει να παραμένει ταυτότητα μαρτυρίας, φιλοξενίας και διαλόγου. 

Στην καρδιά αυτής της σχέσεως βρίσκεται ασφαλώς ο Άγιος Δημήτριος και δευτερευόντως ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Για τη Θεσσαλονίκη οι δύο αυτοί Άγιοι δεν είναι απλώς μεγάλες μορφές του χριστιανικού παρελθόντος ούτε μόνο ο πολιούχος και ο συπολιούχος της με την τυπική έννοια του όρου. Είναι πρόσωπα με το οποία η πόλη συνομιλεί επί αιώνες. Η παρουσία τους έχει εγγραφεί στη συλλογική της μνήμη, στη λατρεία, στην τέχνη, στις παραδόσεις, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο οι Θεσσαλονικείς αντιλαμβάνονται την ίδια την πόλη τους.  

 

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ιδίως στις ημέρες της εορτής του Αγίου Δημητρίου, βλέπει κανείς ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών αφετηριών να προσέρχονται στον ναό του. Αυτό φανερώνει μία σχέση που υπερβαίνει τα όρια μιας επετειακής εκδήλωσης. Ο Άγιος εξακολουθεί να γίνεται σημείο αναφοράς, παρηγοριάς και ελπίδας. Και θεωρώ ότι αυτό είναι το σημαντικότερο για τη σημερινή Θεσσαλονίκη: να μη θεωρεί τους Αγίους της απλώς μέρος της ιστορικής της κληρονομιάς, αλλά πρόσωπα που δείχνουν έναν τρόπο ζωής, ελευθερίας, αγάπης και προσφοράς. 

 

 

Το φως των κεριών, η ψαλμωδία, το άρωμα του θυμιάματος και η σιωπή δημιουργούν μια έντονη αισθητηριακή εμπειρία μέσα στον ναό. Μπορούν οι αισθήσεις να αποτελέσουν μια πρώτη γέφυρα που οδηγεί τον άνθρωπο από την εξωτερική παρατήρηση στην εσωτερική εμπειρία της πίστης; 

Η ορθόδοξη λατρεία δεν απευθύνεται μόνο στη διάνοια του ανθρώπου. Απευθύνεται στον άνθρωπο ολόκληρο. Το φως, το χρώμα, η εικόνα, η ψαλμωδία, το θυμίαμα, η κίνηση, η σιωπή δεν αποτελούν μία σκηνογραφία που αποβλέπει στη δημιουργία εντυπώσεων. Όλα υπηρετούν τη λειτουργική εμπειρία και καλούν τον άνθρωπο να συμμετάσχει με ολόκληρη την ύπαρξή του.  

Αυτό συνδέεται βαθιά με την ίδια τη θεολογία της Εκκλησίας. Η χριστιανική πίστη δεν αντιμετωπίζει το σώμα ως κάτι ξένο ή κατώτερο από την ψυχή. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και αγιάζει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι και οι αισθήσεις μπορούν να γίνουν δρόμοι κοινωνίας και αναγωγής από το αισθητό στο πνευματικό.  

Ένας άνθρωπος μπορεί να εισέλθει σε έναν ναό αρχικά ως επισκέπτης, ίσως ακόμη και χωρίς ιδιαίτερη σχέση με την πίστη. Μπορεί να τον συγκινήσει μία εικόνα, μία μελωδία ή η σιωπή ενός χώρου στον οποίο επί αιώνες προσευχήθηκαν άνθρωποι. Αυτή η συγκίνηση δεν ταυτίζεται ασφαλώς με την πίστη. Μπορεί όμως να γίνει μία πρώτη «ρωγμή στον χρόνο» του θορύβου της καθημερινότητας, μία πρόσκληση να σταθεί κανείς λίγο περισσότερο, να σιωπήσει και να αναρωτηθεί. 

Σε μία εποχή μάλιστα κατά την οποία ο άνθρωπος κατακλύζεται από εικόνες, πληροφορίες και διαρκή ερεθίσματα, η Εκκλησία μπορεί να του προσφέρει κάτι πολύτιμο: όχι μία ακόμη εντύπωση, αλλά χώρο και χρόνο για συνάντηση. Τελικά, σκοπός δεν είναι να θαυμάσει κανείς την ατμόσφαιρα ενός ναού, αλλά μέσα από αυτήν να οδηγηθεί, ελεύθερα και προσωπικά, στην αναζήτηση του Προσώπου προς το οποίο όλα αυτά παραπέμπουν.  

 

Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας έφεραν μαζί τους στη Θεσσαλονίκη εικόνες, ιερά κειμήλια και αντικείμενα πίστης, τα οποία συνδέθηκαν με τις νέες ενορίες και κοινότητές τους. Τι σημαίνει η διαφύλαξη αυτών των θησαυρών για τη συλλογική μνήμη και την ταυτότητα της πόλης; 

Τα ιερά κειμήλια που μετέφεραν οι πρόσφυγες δεν είναι απλώς πολύτιμα ιστορικά αντικείμενα. Είναι φορείς μνήμης. Πίσω από μία εικόνα ή ένα εκκλησιαστικό κειμήλιο υπάρχουν άνθρωποι, οικογένειες, τόποι, ναοί, εορτές, χαρές και τραγωδίες. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που χάθηκε ως γεωγραφικός χώρος, αλλά εξακολούθησε να υπάρχει μέσα στη μνήμη και στην πίστη των ανθρώπων.  

Ας σκεφθούμε τι σημαίνει για έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του να επιλέγει, ανάμεσα στα ελάχιστα πράγματα που μπορεί να πάρει μαζί του, μία εικόνα ή το ιερό Λείψανο ενός Αγίου. Η επιλογή αυτή έχει από μόνη της βαθύ πνευματικό περιεχόμενο. Σημαίνει ότι η εικόνα δεν ήταν αντικείμενο διακόσμησης, αλλά μέρος της ζωής και της ταυτότητάς του. Ο αληθινός του πλούτος. 

Όταν οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, έφεραν μαζί τους όχι μόνο τις αναμνήσεις τους αλλά και την εκκλησιαστική τους εμπειρία, τις παραδόσεις, τα ήθη και τις ευαισθησίες τους. Όλα αυτά ενσωματώθηκαν δημιουργικά στη ζωή της πόλης και συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης φυσιογνωμίας της.  

Γι’ αυτό η διαφύλαξη αυτών των κειμηλίων αποτελεί ευθύνη απέναντι στην ιστορία, αλλά κυρίως απέναντι στους ανθρώπους. Χρειάζεται ασφαλώς επιστημονική συντήρηση, τεκμηρίωση και ανάδειξή τους. Χρειάζεται όμως συγχρόνως να μη χάσουμε τη ζωντανή σχέση τους με τις κοινότητες που τα διαφύλαξαν. Ένα εκκλησιαστικό κειμήλιο έχει ιστορική και καλλιτεχνική αξία, αλλά μέσα στην Εκκλησία έχει και μία πρόσθετη διάσταση: συνδέεται με την προσευχή και τη βιωμένη πίστη γενεών. 

 

 

Πώς μπορεί να αναπτυχθεί ο προσκυνηματικός και θρησκευτικός τουρισμός στη Θεσσαλονίκη χωρίς οι ιστορικοί ναοί να αντιμετωπίζονται απλώς ως αξιοθέατα, αλλά με σεβασμό προς την ιερότητα και τη ζωντανή λειτουργική τους παρουσία; 

Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, διότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει έναν εξαιρετικό πλούτο μνημείων παγκόσμιας ακτινοβολίας, τα οποία όμως στην πλειονότητά τους δεν είναι νεκρά μνημεία. Είναι ζωντανοί χώροι λατρείας. Σε αυτούς τους ναούς τελείται η Θεία Λειτουργία, προσεύχονται άνθρωποι, εξομολογούνται, βαπτίζονται, παντρεύονται, αποχαιρετούν τους δικούς τους. Επομένως ο επισκέπτης εισέρχεται όχι μόνο σε ένα μνημείο, αλλά σε έναν ζωντανό εκκλησιαστικό χώρο.  

Παναγία Ρευματοκρατόρισσα(προσφυγ.Αχειροποίητος)

 

 

Παναγία Θρηνωδούσα(προσφυγική)

 

Η ανάπτυξη του προσκυνηματικού τουρισμού μπορεί να αποτελέσει μεγάλη ευκαιρία, εφόσον στηριχθεί στην ποιότητα και όχι απλώς στην αύξηση του αριθμού των επισκεπτών. Γι’ αυτό και η τοπική Εκκλησία επιδιώκει και πραγματοποιεί συνεργασία με την Πολιτεία, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τους φορείς του τουρισμού, ώστε ο επισκέπτης να λαμβάνει την κατάλληλη ενημέρωση όχι μόνο για την αρχιτεκτονική και την ιστορία ενός ναού αλλά και για το τι σημαίνει ο συγκεκριμένος χώρος για τη ζωντανή κοινότητα.  

Απαραίτητη θεωρώ την εκπαίδευση των ξεναγών, την έκδοση κατάλληλου ενημερωτικού υλικού και εμπέδωση της σαφούς διάκρισης ανάμεσα στον χρόνο της λατρείας και στον χρόνο της τουριστικής επισκέψεως. Ο σεβασμός δεν απαιτεί από τον επισκέπτη να συμμερίζεται την πίστη μας. Απαιτεί όμως να κατανοεί ότι εισέρχεται σε έναν χώρο που για κάποιους άλλους ανθρώπους είναι ιερός.  

Γι᾽ αυτό και δημιουργήσαμε στην Ιερά Μητρόπολή μας Γραφείο Ανάδειξης Ιερών Προσκυνημάτων. Για να επιτευχθούν τα παραπάνω και ο θρησκευτικός τουρισμός ή, διαφορετικά, οι προσκυνηματικές περιηγήσεις, να γίνουν κάτι περισσότερο από μία περιήγηση σε μνημεία. Να γίνουν συνάντηση με την ιστορία και τον πολιτισμό, αλλά και πρόσκληση γνωριμίας με έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του ανθρώπου και του κόσμου. 

 

Άγ. Αθανάσιος

Αγιος Νικόλαος Ορφανός

 

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ένας επισκέπτης φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη, πέρα από τις εικόνες των μνημείων της; Ποιο στοιχείο της πνευματικής της φυσιογνωμίας θα θέλατε να παραμείνει μέσα του; 

Θα ήθελα να πάρει μαζί του την αίσθηση μιας συνάντησης. Όχι μόνο την ανάμνηση μιας όμορφης πόλης ή κάποιων σπουδαίων μνημείων, αλλά την εμπειρία ότι εδώ συνάντησε μία πόλη που εξακολουθεί να συνομιλεί με την ιστορία και την πίστη της.  

Θα ήθελα να θυμάται ότι περπάτησε σε έναν τόπο όπου η αποστολική μαρτυρία, οι μάρτυρες, οι βυζαντινοί ναοί, οι προσφυγικές μνήμες και η σημερινή ζωή δεν αποτελούν απομονωμένα κεφάλαια ενός μουσείου, αλλά διαφορετικές ψηφίδες μιας ζωντανής πραγματικότητας.  

Και κυρίως θα ήθελα να του μείνει κάτι από το ήθος της φιλοξενίας. Η Θεσσαλονίκη γνώρισε στην ιστορία της συναντήσεις, ανατροπές, πόνους και προσφυγιά. Γνωρίζει, επομένως, πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει χώρος για τον άλλον. Αυτό είναι άλλωστε βαθιά χριστιανικό: να μπορείς να βλέπεις τον άλλον όχι ως ξένο ή απειλή, αλλά ως πρόσωπο.  

Εάν λοιπόν ένας επισκέπτης φύγει από τη Θεσσαλονίκη έχοντας μέσα του μία εικόνα του Αγίου Δημητρίου, έναν ήχο από την ψαλμωδία ενός παλαιού ναού ή τη μνήμη μιας στιγμής σιωπής, αυτά είναι όμορφα. Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, θα ήταν να φύγει με ένα ερώτημα για τη δική του ζωή, για τη σχέση του με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, για το τι τελικά δίνει νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.  

Διότι η πνευματική κληρονομιά μιας πόλης αποκτά πραγματική αξία όταν δεν μας καλεί απλώς να κοιτάξουμε προς τα πίσω, αλλά μας βοηθά να δούμε διαφορετικά το παρόν και να πορευθούμε με περισσότερη ελπίδα προς το μέλλον. 

 

 

 Η συζήτηση με τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Φιλόθεο επιστρέφει ξανά και ξανά σε μία έννοια: τη συνάντηση. 

Τη συνάντηση του παρελθόντος με το παρόν. Της ιστορίας με τη ζωντανή λατρεία. Της μνήμης των προσφύγων με τη σημερινή ταυτότητα της πόλης. Του επισκέπτη με έναν χώρο που μπορεί να θαυμάζει ως μνημείο, αλλά για κάποιον άλλον εξακολουθεί να είναι τόπος προσευχής, χαράς, πόνου και προσωπικής πίστης. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, οι ιστορικοί ναοί της Θεσσαλονίκης δεν είναι «νεκρά μνημεία», αλλά χώροι στους οποίους η ζωή συνεχίζεται.  

Ίσως γι’ αυτό ηπιο ενδιαφέρουσα διάσταση του προσκυνηματικού ταξιδιού να μην βρίσκεται τελικά στον αριθμό των τόπων που θα επισκεφθεί κανείς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο θα σταθεί μέσα σε αυτούς. 

Ένα φως. Μια εικόνα. Ένας ήχος ψαλμωδίας. Μια στιγμή σιωπής. 

Οι αισθήσεις μπορούν να είναι η αρχή· όχι όμως ο τελικός προορισμός. Για τον Μητροπολίτη Φιλόθεο, μπορούν να δημιουργήσουν εκείνη την πρώτη «ρωγμή στον χρόνο» του καθημερινού θορύβου που επιτρέπει στον άνθρωπο να σταθεί, να σιωπήσει και να αναρωτηθεί.  

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το βαθύτερο αναμνηστικό που μπορεί να πάρει κανείς φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη: όχι ακόμη μία εικόνα αποθηκευμένη στο κινητό του, αλλά ένα ερώτημα που εξακολουθεί να τον ακολουθεί. 

Για τη δική του ζωή.
Για τη σχέση του με τον άλλον.
Για όσα τελικά δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.  

 

  φωτογραφίες.: Μητρόπολη Θεσσαλονίκης