Ένα οπτικό ημερολόγιο ενός κινηματογραφικού έργου που δεν γυρίστηκε ποτέ…

Η σειρά έργων του Κωνσταντίνου Κορσοβίτη που παρουσιάζεται από τις 13 έως τις 30 Μαΐου 2026 στην o.art.ath Gallery (Σποράδων 36, Κυψέλη) είναι εμπνευσμένη από τα γραπτά του Ζαν Ζενέ και επικεντρώνεται σε έναν συνταξιούχο ναύτη που τον στοιχειώνει η θάλασσα. Εν μέρει εξομολόγηση, εν μέρει μυθοπλασία, εξετάζει ιδέες σχετικά με την ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα, τη θνητότητα, την επιθυμία και τη φύση της αντίληψης. Το έργο αντανακλά επίσης το πώς ζούμε τη ζωή μας μέσα από εικόνες – πώς ο κινηματογράφος και η φωτογραφία, εισχωρούν στην εσωτερική μας ζωή και γίνονται μέρος της συλλογικής μας μνήμης.

Οι εικόνες έχουν σκοπό να δείχνουν οικείες και κινηματογραφικές, όπως οι σελίδες ενός ιδιωτικού ημερολογίου: Απαλή εστίαση και αισθησιασμός, σαν η μνήμη και η επιθυμία να έχουν αφήσει το σημάδι τους. Μια έντονη και ιερή ακινησία. Ένα παράθυρο στον κόσμο του Ζενέ. Ένας τόπος εξομολόγησης, τιμωρίας και τρυφερότητας. Η λαχτάρα και η βία του ωκεανού, αδιαχώριστες. Το έργο είναι μια συνεργασία μεταξύ του φωτογράφου και ενός ηλικιωμένου άνδρα μοντέλου που ενσαρκώνει τον ρόλο του ναύτη, του φανταστικού πρωταγωνιστή της ταινίας. Περιλαμβάνει μια σειρά από ασπρόμαυρες εικόνες που έχουν δημιουργηθεί με αναλογικές κάμερες, φωτογραφία Lomo και εναλλακτικές διαδικασίες, συνοδευόμενες από μια βίντεο εγκατάσταση και ένα ηχητικό τοπίο.

Οι φωτογραφίες χωρίζονται σε τρία μέρη, παρακολουθώντας τη ζωή ενός άνδρα από τη νεότητα μέχρι τα γηρατειά. Μένουν στη φευγαλέα φύση της νιότης, της αγάπης και της επιθυμίας. Η θάλασσα γίνεται μεταφορά για τα μεγάλα πάθη της ζωής – αυτές τις δυνάμεις που μας διαμορφώνουν και μας εγκαταλείπουν. Πώς ζούμε χωρίς αυτά; Τι συμβαίνει όταν η αρρενωπότητα ξεθωριάζει; Στρέφοντας την κάμερα στον εαυτό του, ο φωτογράφος εκθέτει τη δική του ευθραυστότητα και επιθυμίες.

Όπως σχολιάζει ο Κορσοβίτης: «Το Sense of Salt θα είναι ένα τρίπτυχο εκθέσεων σε Αθήνα, Μπανγκόκ και Σίδνεϋ- κάθε επανάληψη και μια συνέχεια, μια εμβάθυνση, μια επιστροφή. Δουλεύοντας χρόνια με την ψηφιακή τεχνολογία, ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό, πιο προσωπικό, πιο οικείο, πιο εννοιολογικό. Ξεκίνησα με την ιδέα ενός διηγήματος, ως ένα είδος οπτικού ημερολογίου μιας μη γυρισμένης ταινίας. Ψάχνοντας τα αρχεία μου, έπεσα πάνω σε μια παλιά αυτοπροσωπογραφία — μια εικόνα που δεν μπορούσα πια να αναγνωρίσω. Έπιασα τον εαυτό μου να αναζητώ τον παλιότερό μου εαυτό, την αίσθηση του επείγοντος και του γίγνεσθαι, τη φλόγα! Αντ’ αυτού συνάντησα κάτι πιο εύθραυστο, πιο εκτεθειμένο. Τοποθετήθηκα μέσα στην ιστορία μέσω του σώματος του ναύτη που μοιάζει ταυτόχρονα παρόν και εξαφανιζόμενο – στο μεταίχμιο μεταξύ αυτού που ήταν και αυτού που γίνεται. Το αναλογικό φιλμ φέρει τον κόκκο της ίδιας της μνήμης. Το σώμα εμφανίζεται σε θραύσματα—μαλακωμένο, διαβρωμένο, σαν φθαρμένο κάτω από τον χρόνο και τη λαχτάρα. Η σάρκα γίνεται τοπίο. Η ιστορία παραμένει ατελής, το τέλος της συνεχίζει να εξελίσσεται. Το έργο είναι μια διαπραγμάτευση με τη δική μου μεταμόρφωση — με το ξεθώριασμα ορισμένων βεβαιοτήτων και την εμφάνιση στοιχείων που δεν έχω ακόμη κατανοήσει πλήρως. Ένας εαυτός που γίνεται άγνωστος».








