Της Λίλιαν Ψύλλα
Cosmos – Πασχαλινή Συναυλία | Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα & Χορωδία ΕΡΤ | Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος | 6 Απριλίου 2026

ΚΠΙΣΝ / Μαρίζα Καψαμπέλη
Μεγάλη Δευτέρα βράδυ και η Αθήνα είχε αρχίσει ήδη να αλλάζει ρυθμό.
Δεν το λες και προφανές, αυτό. Η πόλη δεν σταματά ποτέ ακριβώς – αλλά τη Μεγάλη Εβδομάδα υπάρχει κάτι στον αέρα, κάτι αόρατο που σε κάνει να βαδίζεις λίγο πιο αργά, να μιλάς λίγο πιο χαμηλά. Σαν να θυμάται η πόλη κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει. Σ’ αυτό ακριβώς το κλίμα – σ’ αυτή την ανεπαίσθητη, συλλογική εσωστρέφεια – το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος αποφάσισε να παρουσιάσει το Ρέκβιεμ του Βέρντι.
Δεν ήταν τυχαίο. Και αυτό το κατάλαβα από την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησα το πόδι μου στον χώρο.
Πριν αρχίσει οτιδήποτε
Έφτασα λίγο μετά τις επτά και μισή. Οι πόρτες είχαν ανοίξει ήδη από τις 19:30, και αυτή η μισή ώρα προθάλαμος πριν από την έναρξη αποδείχτηκε από τις πιο έξυπνες αποφάσεις της βραδιάς.
Ο Απρίλης στην Καλλιθέα ήταν αυτό που υπόσχεται αλλά σπάνια τηρεί: ήπιος, με λεπτό αέρα που μύριζε κάτι ανάμεσα σε θάλασσα και φρεσκοκομμένο γκαζόν. Το ΚΠΙΣΝ τη νύχτα έχει μια ποιότητα που δεν την απολαμβάνεις αρκετά αν πηγαίνεις πάντα βιαστικά: τα μονοπάτια φωτίζονται από κάτω, ο κήπος απλώνεται σαν σκηνικό που δεν διεκδικεί την προσοχή σου, και το κτίριο – με τη γυάλινη επιφάνειά του που αντανακλά τον νυχτερινό ουρανό – φαίνεται να αναπνέει. Φαίνεται ζωντανό.
Αυτή η πορεία από την πόλη προς την αίθουσα λειτούργησε σαν αποσυμπίεση. Σαν να περνούσες από ένα αόρατο κατώφλι, αφήνοντας πίσω σου ό,τι είχε μαζευτεί μέσα σου κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μέχρι να καθίσεις στη θέση σου, ήσουν ήδη κάπου αλλού.
Η Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος – το αρχιτεκτονικό αριστούργημα της Renzo Piano Building Workshop που φιλοξενεί την Εθνική Λυρική Σκηνή – έχει μια ιδιότητα που την καταλαβαίνεις πριν την αναλύσεις: σε κάνει να θέλεις να σιωπήσεις. Τα ξύλινα πάνελ που κατεβαίνουν από την οροφή σαν κύματα παγωμένα στον χρόνο, το χαμηλό, ζεστό φως, η ελαφρά κλίση του κοιλώματος που φέρνει κάθε θεατή πιο κοντά στη σκηνή από ό,τι νομίζει – όλα αυτά μιλούν ακουστικά ακόμα πριν παιχτεί νότα. Κάθισα και ένιωσα ότι ο χώρος είχε ήδη αρχίσει να με προετοιμάζει.

Το έργο που επέλεξαν – και γιατί η επιλογή ήταν από μόνη της δήλωση
Αν σου πουν «Πασχαλινή συναυλία», μάλλον φαντάζεσαι κάτι φωτεινό. Κάτι που μυρίζει κερί και ελπίδα. Κάτι που σε στέλνει σπίτι ελαφρύ.
Το Ρέκβιεμ του Τζουζέπε Βέρντι δεν είναι τίποτα από αυτά.
Είναι ένα από τα πιο εκρηκτικά, πιο ανθρώπινα, πιο ειλικρινά αντι-παρηγορητικά έργα που έχουν γραφτεί ποτέ για ορχήστρα, χορωδία και φωνές. Ο Βέρντι δεν υπόσχεται λύτρωση. Δεν ευαγγελίζεται ανάσταση με γλυκόλογα. Αντικρίζει τον θάνατο με τα μάτια ορθάνοιχτα – και αυτό που βλέπει το μετατρέπει σε ήχο με τρόπο που αφήνει σε σένα να αποφασίσεις τι να κάνεις μ’ αυτό.
Γραμμένο το 1874 στη μνήμη του ποιητή Alessandro Manzoni – τον οποίο ο Βέρντι λάτρευε με τρόπο σχεδόν υπερφυσικό – το Ρέκβιεμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μιλάνο, στο San Marco, με τον ίδιο τον συνθέτη να διευθύνει. Από τότε έχει ερμηνευτεί χιλιάδες φορές σε κάθε γωνιά του κόσμου. Και όμως, κάθε φορά που ακούς το Dies Irae να ξεσπά σε ζωντανή εκτέλεση, νιώθεις ότι το ακούς για πρώτη φορά. Επειδή το σώμα σου δεν μπορεί να το συνηθίσει. Δεν το επιτρέπει η φύση του.
Η επιλογή του να παρουσιαστεί αυτό το έργο τη Μεγάλη Δευτέρα – στην αρχή της πιο σιωπηλής, πιο βαρύτατης εβδομάδας του ελληνικού ημερολογίου – ήταν μια πράξη πολιτισμικής τόλμης. Και λειτούργησε. Ο χρόνος, ο χώρος και το έργο μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Δεν χρειαζόταν να σε πείσουν για τίποτα. Σε βρήκαν ήδη εκεί.

Ο μαέστρος που άφησε το έργο να μιλήσει
Ο Λουκάς Καρυτινός ανέβηκε στο βήμα χωρίς τελετουργία. Δεν υπήρξε παύση για εντυπωσιασμό, δεν υπήρξε θέατρο εισόδου. Απλώς ένας άνθρωπος που γνώριζε ότι το μεγαλύτερο σφάλμα που μπορούσε να κάνει ήταν να μπει ανάμεσα στο κοινό και στον Βέρντι.
Αυτή η αόρατη αυτοσυγκράτηση – η άρνηση του εγώ, που είναι άλλωστε το δυσκολότερο πράγμα για κάθε μεγάλο μαέστρο – φάνηκε στον τρόπο που χειρίστηκε τις δυναμικές. Στα fortissimo επέτρεψε στην ορχήστρα και τη χορωδία να «ανοίξουν» πλήρως, χωρίς να φοβάται την υπερένταση. Στα pianissimo κρατούσε ένταση, σαν τεντωμένο νήμα που δεν σπάει. Το αποτέλεσμα ήταν ότι κανένα μέρος του έργου δεν ένιωσε αδρανές – ακόμα και οι στιγμές ησυχίας είχαν βάρος.

ΚΠΙΣΝ / Μαρίζα Καψαμπέλη
Μια χορωδία που αναπνέει σαν ένα σώμα
Η Χορωδία της ΕΡΤ, υπό τη μουσική διδασκαλία του Μιχάλη Παπαπέτρου, ήταν η αποκάλυψη της βραδιάς.
Το ξέρω – ακούγεται σαν κλισέ. «Αποκάλυψη.» Αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, επειδή δεν ήταν κάτι που το ανέλυσα. Ήταν κάτι που το ένιωσα.
Στο Dies Irae – εκείνο το κεραυνοβόλο, αποκαλυπτικό ξέσπασμα που έρχεται σαν τοίχος μετά τη σχετική ηρεμία του Kyrie – η χορωδία δεν τραγούδησε. Ούρλιαξε με τάξη. Δεκάδες φωνές μαζί, με μια πυκνότητα που έκανε τον αέρα μέσα στην αίθουσα να μοιάζει πιο βαρύς. Άνθρωποι δίπλα μου τεντώθηκαν ανεπαίσθητα στη θέση τους. Κάποιος πίσω μου άφησε έναν ήχο – ούτε ανάσα, ούτε λόγος, κάτι ενδιάμεσο.
Αλλά το Sanctus ήταν η στιγμή που θα κουβαλάω μαζί μου.
Στο Sanctus, η χορωδία κατέβηκε σε ένα pianissimo τόσο οριακό που ο ήχος βρισκόταν κυριολεκτικά στο σύνορο με τη σιωπή. Σαν να κοιτούσαν πάνω από μια χαράδρα και να αποφάσισαν να μην πέσουν. Και τότε, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, η αίθουσα έγινε μία. Κανένα βήξιμο. Καμία κίνηση. Η σιωπή του κοινού – εκατοντάδες άνθρωποι που κράτησαν την ανάσα τους ταυτόχρονα, χωρίς να το συνεννοηθούν – έγινε μέρος της μουσικής. Αυτές οι στιγμές δεν τις σχεδιάζεις. Συμβαίνουν μόνο όταν κάτι στη σκηνή είναι τόσο αληθινό που το κοινό το αναγνωρίζει, κατεβάζει την αντίστασή του και παραδίδεται.

ΚΠΙΣΝ / Μαρίζα Καψαμπέλη
Τέσσερις φωνές – τέσσερις τρόποι να πεις το ίδιο πράγμα διαφορετικά
Κάθε σολίστ έφερε κάτι δικό του στο έργο, και μαζί συνέθεταν έναν τετράλογο που κινούνταν από την έκρηξη ως την περισυλλογή και πίσω.
Μυρτώ Παπαθανασίου – σοπράνο. Υπάρχουν σοπράνο που γεμίζουν τον χώρο. Η Παπαθανασίου τον διαπερνά. Η φωνή της δεν πιέζει – επιλέγει. Κάθε φράση ήταν αποφασισμένη. Στο Libera me – ένα από τα πιο απαιτητικά σόλο σοπράνο στο κλασικό ρεπερτόριο, που ζητά ταυτόχρονα δύναμη και ευαισθησία – έδωσε στις υψηλές νότες μια εκπληκτική ελευθερία. Σαν να μην τις χτυπούσε, αλλά να τις απελευθέρωνε.
Μαίρη-Έλεν Νέζη – μέτζο σοπράνο. Αν η φωνή της Παπαθανασίου ήταν φως, η φωνή της Νέζη ήταν το έδαφος. Γήινη, ζεστή, με μια σκοτεινή χροιά που ταίριαζε μοναδικά στις λιτανευτικές, βαθύτερες στιγμές του Ρέκβιεμ. Στο Agnus Dei – που ψάλλεται μαζί με τη σοπράνο σε παράλληλες φράσεις – η αντίθεση των δύο φωνών δημιουργούσε κάτι σχεδόν υφαντό. Σαν δύο νήματα να πλέκονται χωρίς να χάνουν τον εαυτό τους.
Mario Zeffiri – τενόρος. Ο τενόρος στο Ρέκβιεμ έχει την πιο «ευάλωτη» μερίδα – τα σόλο που δεν εντυπωσιάζουν με δύναμη αλλά με λεπτότητα. Ο Zeffiri ήξερε ακριβώς πότε να κρατηθεί. Και αυτή η εγκράτεια – το να έχεις τη δυνατότητα και να επιλέγεις να μην τη χρησιμοποιήσεις – ήταν πιο εντυπωσιακή από οποιοδήποτε high note.
Πέτρος Μαγουλάς – βαθύφωνος. Υπάρχει ένα φυσικό φαινόμενο που συμβαίνει όταν μια βαθιά βαρύτονη φωνή τραγουδά στον σωστό χώρο: δεν την ακούς μόνο με τα αυτιά. Την αισθάνεσαι στο στέρνο. Στη βάση του λαιμού. Μερικές φορές στο στομάχι. Ο Μαγουλάς στο Mors stupebit – «ο Θάνατος θα μείνει εκστατικός» – δεν τραγουδούσε για να εντυπωσιάσει. Τραγουδούσε σαν να γνώριζε κάτι που οι υπόλοιποι μαθαίναμε εκείνη τη στιγμή. Και το σώμα το κατάλαβε πριν το μυαλό.
Ο χώρος που έκανε τα πάντα πιο βαθιά
Δεν μπορείς να γράψεις για αυτή τη βραδιά χωρίς να γράψεις για την αίθουσα. Είναι αδύνατο.
Η Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος δεν είναι απλώς ένα κέλυφος. Είναι ένα ακουστικό εργαλείο σχεδιασμένο από τη Renzo Piano Building Workshop με αυστηρές παραμέτρους: κάθε επιφάνεια έχει μελετηθεί για να απορροφά, να αντανακλά και να διαχέει τον ήχο ισότιμα σε κάθε γωνιά. Το αποτέλεσμα είναι ότι αδιάφορα αν κάθεσαι στην πρώτη σειρά ή στο πιο πίσω κάθισμα, ο ήχος σε βρίσκει με την ίδια πλαστικότητα, την ίδια ζωντάνια.
Αυτό για το Ρέκβιεμ του Βέρντι σημαίνει πολλά. Σημαίνει ότι τα πλησιόχορδα των εγχόρδων στο Requiem aeternam ακούγονταν σαν υφαδιασμένο ύφασμα – κλωστή πάνω σε κλωστή, χωρίς κανένα κενό. Σημαίνει ότι τα τύμπανα του Dies Irae δεν χτυπούσαν μόνο μπροστά σου – έρχονταν από παντού ταυτόχρονα, σαν να ξεπηδούσαν μέσα από τους τοίχους. Σημαίνει ότι το απόλυτο pianissimo της χορωδίας στο Sanctus γέμισε κάθε κυβικό εκατοστό αέρα χωρίς να ανεβαίνει σε ένταση.
Η αρχιτεκτονική ήταν ο αθόρυβος συνθέτης της βραδιάς.
Μια λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά
Η συναυλία είχε υπέρτιτλους στα ελληνικά. Μια απόφαση που μοιάζει διαχειριστική αλλά δεν είναι.
Το Ρέκβιεμ είναι γραμμένο σε Λατινικά – μια γλώσσα που οι περισσότεροι αναγνωρίζουν χωρίς να κατανοούν. Το να βλέπεις τις λέξεις να διαβάζονται στα ελληνικά την ίδια στιγμή που τις ακούς δεν είναι απλώς μετάφραση. Είναι ένα δεύτερο κανάλι εισόδου. Όταν η Παπαθανασίου έψαλλε το Libera me, Domine, de morte aeterna και ο τίτλος εμφανίστηκε – «Ελευθέρωσέ με, Κύριε, από τον αιώνιο θάνατο» – η σύνδεση ήταν άμεση και σωματική. Δεν επεξεργάστηκες τη φράση. Σε χτύπησε.
Αυτό είναι πολυαισθητηριακή εμπειρία: όταν ταυτόχρονα ακούς, διαβάζεις, νιώθεις και κατανοείς – και ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσά τους είναι μηδενικός.
Η στιγμή μετά
Τελείωσε. Ο Καρυτινός κατέβασε αργά τα χέρια.
Και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου – ένα σπάνιο, ανεπανάληπτο κλάσμα που μόνο οι ζωντανές παραστάσεις μπορούν να χαρίσουν – η αίθουσα έμεινε ακίνητη. Δεν ήταν αδράνεια. Δεν ήταν σύγχυση. Ήταν η καθυστέρηση που συμβαίνει όταν το σώμα έχει ήδη αντιδράσει αλλά ο νους δεν έχει ακόμα συγκατατεθεί. Ήταν η απόδειξη ότι κάτι πραγματικό είχε συμβεί.
Και μετά, χειροκρότημα.
Βγήκα έξω. Ο αέρας του Φαλήρου ήταν ίδιος με πριν. Αλλά κάτι στον τρόπο που τον ανέπνεα ήταν διαφορετικό. Αυτό είναι το σημάδι μιας βραδιάς που μέτρησε: δεν το κρίνεις. Δεν λες «ωραία συναυλία» και φεύγεις. Φεύγεις και κουβαλάς κάτι μαζί σου. Δεν ξέρεις ακόμα τι ακριβώς – αλλά είναι εκεί. Το νιώθεις στον τρόπο που βλέπεις τα φώτα του δρόμου, στον τρόπο που μπαίνεις στο αυτοκίνητο, στο ότι δεν βάζεις αμέσως μουσική.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA / ΚΠΙΣΝ
Για τον ταξιδιώτη που διαβάζει αυτές τις γραμμές
Το GRtraveller πιστεύει ότι ένας τόπος δεν είναι μόνο τα αξιοθέατά του. Είναι και ο τρόπος που σε αλλάζει. Το ΚΠΙΣΝ είναι ένα από τα λίγα σημεία στην Αθήνα όπου αυτό συμβαίνει με συνέπεια.
Ανοιχτό σε όλους – με κήπους ελεύθερης εισόδου και εισιτήρια που αρχίζουν από 6 ευρώ – δεν είναι ένα ίδρυμα για λίγους. Είναι ένας χώρος που η πόλη έδωσε στον εαυτό της. Και τη Μεγάλη Δευτέρα, με τον Βέρντι να γεμίζει την αίθουσα και τον Απρίλη να κρατάει τον χειμώνα ακόμα σε απόσταση, ήταν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.
Αν βρεθείς στην Αθήνα τη Μεγάλη Εβδομάδα – ή οποτεδήποτε η σειρά Cosmos έχει κάτι στο πρόγραμμα – μην το αναβάλλεις. Αυτές οι βραδιές δεν επαναλαμβάνονται ακριβώς. Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζουν.
Μουσική Διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός | Χορωδία: Μιχάλης Παπαπέτρου Σολίστ: Μυρτώ Παπαθανασίου · Μαίρη-Έλεν Νέζη · Mario Zeffiri · Πέτρος Μαγουλάς
#GRtraveller #GreeceFullyFelt








